Tag Archives: έλλειμα

Δεν εντάσσεται στα συμφέροντα των εργαζομένων η έξοδος του ελληνικού καπιταλισμού από το ευρώ

Δεν εντάσσεται στα συμφέροντα των εργαζομένων η έξοδος του ελληνικού καπιταλισμού από το ευρώ

Κατηγορίες: Θεωρία και Οικονομία

του Γιάννη Μηλιού

1. Ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός

δεν ανταποκρίνεται στην ανάγκη αλλαγής

των ταξικών συσχετισμών δύναμης

1.1. Ριζοσπαστικός και καθεστωτικός μεταρρυθμισμός

Ο μεταρρυθμισμός αποτελεί βασικό άξονα της παρέμβασης της Αριστεράς. Διότι στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι νοητή, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η βελτίωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής θέσης και ισχύος των δυνάμεων της εργασίας.

Ζητούμενη είναι επομένως μια πολιτική στρατηγική που ανοίγει το δρόμο σε οικονομικές και θεσμικές αλλαγές που βελτιώνουν το μισθό και τις συνθήκες εργασίας, κατοχυρώνουν την κοινωνική προστασία, το κοινωνικό κράτος, αποτελώντας ουσιαστικά «ενδιάμεσο σταθμό» για την περαιτέρω βελτίωση του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας και για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής αμφισβήτησης και ανατροπής του καπιταλισμού.

Εντούτοις, ένας τέτοιος ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός είναι σε κάθε συγκυρία ζητούμενος. Όχι μόνο διότι είναι πολύ δύσκολο για την Αριστερά να αντιπαλεύει την υλική δύναμη του κεφαλαίου και του κατασταλτικού μηχανισμού του αστικού κράτους (που «διοικεί τη χώρα» επιβάλλοντας την αστική κυριαρχία), ή να αντιμάχεται την κυρίαρχη ιδεολογία (δηλαδή την υπαγωγή του κόσμου της εργασίας στους ιδεολογικούς κρατικούς μηχανισμούς). Επιπλέον, ένας τέτοιος ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός υπονομεύεται από την αστική ιδεολογία όπως αυτή αναπαράγεται στο εσωτερικό της Αριστεράς, παίρνοντας τη μορφή του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού.

Ο ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα της εργασίας και των κινημάτων ως αυτοτελείς ταξικούς στόχους, στον «ορίζοντα» των οποίων βρίσκεται η αποδιάρθρωση και ανατροπή του καπιταλισμού, η εργατική εξουσία και ο κομμουνισμός. Οι αλλαγές που επιζητεί δεν εστιάζουν γενικώς στην «πρόοδο της χώρας», διότι η «χώρα» είναι ένας καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός κι η «πρόοδός» της αναγκαστικά ταυτίζεται με την ενίσχυση της διαδικασίας καπιταλιστικής συσσώρευσης και εκμετάλλευσης-κυριαρχίας επί των εργαζομένων. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει στοχεύουν στη μετατόπιση του ταξικού συσχετισμού δύναμης, αμφισβητούν προοπτικά την εξουσία του κεφαλαίου, «δείχνουν» τη δυνατότητα και δυναμική της αντικαπιταλιστικής προοπτικής: «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», για μια «οικονομία των κοινωνικών αναγκών και του κοινωνικού ελέγχου», σε αντιδιαστολή με την οικονομία της «ανταγωνιστικότητας» και της μεγιστοποίησης του κέρδους (τον καπιταλισμό).

Αντίθετα με αυτή τη στρατηγική στόχευση, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός είτε θεωρεί τη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών όρων ύπαρξης της εργατικής τάξης ως «προϋπόθεση» για την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού (η αύξηση των μισθών θα επιφέρει αύξηση της ζήτησης, επομένως ταχύτερους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου), είτε αντιλαμβάνεται την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των όρων ύπαρξης των δυνάμεων της εργασίας. Η «ορθή ανάπτυξη της οικονομίας» θα ωφελήσει, υποτίθεται, και τους εργαζόμενους. Και στις δύο περιπτώσεις υπάγει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στο στρατηγικό συμφέρον του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου και του καπιταλιστικού κράτους.

1.2. Οι δύο εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού

Όπως κάθε εκδοχή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός αντιλαμβάνεται τις καπιταλιστικές σχέσεις ταξικής εξουσίας με όρους «χώρας» (ο ελληνικός καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός), «εθνικής οικονομίας» (η διευρυνόμενη αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου) και «ανάπτυξης» (οι ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαίου).

Στην κεϋνσιανή εκδοχή του, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός ισχυρίζεται ότι για να επιτευχθούν ψηλοί ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαίου («ανάπτυξη»), αλλά και για να αποτραπούν ή να αμβλυνθούν οι καπιταλιστικές κρίσεις, απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης των λαϊκών εισοδημάτων. Τα λαϊκά εισοδήματα τροφοδοτούν την εγχώρια ζήτηση, ισχυρίζονται, σε αντιδιαστολή με τα εισοδήματα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, που σε μεγάλο ποσοστό ρέπουν προς τη χρηματοπιστωτική σφαίρα και άρα προς τις «κερδοσκοπικές αγορές».

Στην «πατριωτική» εκδοχή του, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός είναι ίσως ακόμα πιο συντηρητικός, καθώς θεωρεί ότι προϋπόθεση για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής θέσης των δυνάμεων της εργασίας αποτελεί η ενίσχυση του εθνικού (π.χ. ελληνικού) καπιταλισμού στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση και οι δύο εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού συμπίπτουν στην πεποίθηση ότι η βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων και η βελτίωση των οικονομικών της χώρας (του εγχώριου καπιταλισμού) συσχετίζονται θετικά, γεγονός που σημαίνει ότι στις «αρνητικές συγκυρίες» η προστασία των μισθών και του κοινωνικού κράτους αμβλύνει την οικονομική κρίση (συγκρατεί την πτωτική τάση στους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου).

Η πεποίθηση αυτή παραγνωρίζει τη δομικά αντιθετική κατεύθυνση που έχουν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τα συμφέροντα της εργασίας ως προς τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Ακόμα και στις ιστορικές περιόδους που παρατηρείται ταυτόχρονη αύξηση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και ψηλοί ρυθμοί κερδοφορίας και συσσώρευσης κεφαλαίου (π.χ. κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες), η απόλυτη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων δεν αποτρέπει την τάση για σχετική επιδείνωση της θέσης της: να συρρικνώνεται δηλαδή το μερίδιο των μισθών στο παραγόμενο συνολικό καθαρό προϊόν, που σημαίνει σχετική ενίσχυση του κεφαλαίου και μεγέθυνση του τμήματος (μεριδίου) από το καθαρό προϊόν που αυτό οικειοποιείται. Πρόκειται για την αύξηση της σχετικής υπεραξίας (Μαρξ). Όπου οι εργαζόμενοι αύξησαν το μερίδιό τους στο καθαρό προϊόν, αυτό έγινε μέσα από τους μαζικούς αγώνες τους, όπου η υπεράσπιση του εισοδήματος και των ελευθεριών και δικαιωμάτων τους ετίθετο ως αυτοσκοπός, αντιθετικά με τα συμφέροντα και τη στρατηγική του κεφαλαίου.

Εκεί που καταρρέει η πεποίθηση πως η βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων και η βελτίωση των δεικτών συσσώρευσης κεφαλαίου (των οικονομικών της χώρας) συσχετίζονται θετικά, είναι όταν ξεσπάνε οικονομικές κρίσεις.[1] Στις κρίσεις, η αυθόρμητη κίνηση του κεφαλαίου είναι πάντα η επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας για την αναδιανομή του καθαρού προϊόντος υπέρ των κερδών μέσα από τη μείωση των μισθών (απόσπαση απόλυτης υπεραξίας). Για το καπιταλιστικό σύστημα και τον «συλλογικό κεφαλαιοκράτη», το αστικό κράτος, η κρίση είναι μια φάση «εκκαθάρισης» των μη επαρκώς κερδοφόρων παραγωγικών δομών, αδιαφορώντας για το ποιες καταστροφές και πόση δυστυχία μπορεί να προκληθεί στις κοινωνίες και τους ανθρώπους. Έκπληκτος ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός ανακαλύπτει πίσω από τις πολιτικές αυτές, αναδιανομής του εισοδήματος υπέρ του συνολικού κεφαλαίου και «εκκαθάρισης» των αδύναμων ατομικών κεφαλαίων, είτε «εσφαλμένες απόψεις», είτε «κερδοσκόπους» και «παράσιτα», είτε εχθρικές «ξένες δυνάμεις».


2. Ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός

της Αριστεράς:

«Έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ»

Η συντηρητική «πατριωτική εκδοχή» του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού αναπαράγεται αυτοτελώς από τα κόμματα εξουσίας. Όλες οι πολιτικές λιτότητας που επέβαλαν οι ελληνικές κυβερνήσεις από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα παρουσιάστηκαν ως «μεταρρυθμίσεις» για το «καλό της χώρας», από το οποίο θα προέκυπτε κατόπιν «βελτίωση της ζωής των εργαζομένων».

Όμως, στη συντηρητική αυτή εκδοχή του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού εγκλωβίζεται και η Αριστερά, όποτε και όπου κυριαρχεί στο εσωτερικό της η αστική ιδεολογία που ερμηνεύει την πάλη των τάξεων ως «πάλη των εθνών»: Οι «ξένες δυνάμεις» και τα «ξένα» συμφέροντα εναντίον της «Ελλάδας» και του «ελληνικού έθνους». Ένα ερμηνευτικό σχήμα από το οποίο απορρέει μονοσήμαντα ως ζητούμενο η βελτίωση της θέσης της «χώρας» απέναντι στους διεθνείς ανταγωνιστές της, σαν προϋπόθεση για να βελτιωθεί κατόπιν η θέση των εργαζομένων.

Στη σημερινή συγκυρία κρίσης του δημόσιου χρέους, η «εθνική λύση» που προτείνει ο αριστερός καθεστωτικός μεταρρυθμισμός συμπυκνώνεται στο σύνθημα «έξω από το ευρώ και την ΕΕ». Η ροή των επιχειρημάτων είναι μια απλοϊκή εξειδίκευση της «εθνικής αφήγησης»:

– Η ένταξη στην ΕΕ και ιδίως στο ευρώ ζημίωσε τη «χώρα». Αυτό αποδεικνύεται κυρίως από τη διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο εμπορίου υλικών αγαθών και υπηρεσιών (ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).

– Με την έξοδο από το ευρώ και την υιοθέτηση της «νέας δραχμής» (ν.Δρ.), η «χώρα» θα αποκτήσει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική. Η ν.Δρ. θα υποτιμηθεί, έτσι θα αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των εγχωρίως παραγόμενων εμπορευμάτων, οι εξαγωγές της «χώρας» θα αυξηθούν και οι εισαγωγές «της» θα μειωθούν, θα υπάρξουν ψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, οι οποίοι θα επιτρέψουν και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Παράλληλα θα καταστεί απαραίτητο να κρατικοποιηθούν οι τράπεζες και να τεθούν περιορισμοί και αυστηροί έλεγχοι στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου.

– Για να επιτευχθούν οι πολιτικές αυτές απαιτείται ασφαλώς μια αριστερή ή έστω προοδευτική κυβέρνηση, που θα εκφράζει τα συμφέροντα της «χώρας» και της «ανάπτυξης».

Η εθνική αυτή αφήγηση διαλύεται αν εστιάσουμε στα ταξικά συμφέροντα και στις ταξικές στρατηγικές. Ας θέσουμε λοιπόν τα ερωτήματα με πραγματικούς όρους:

– Ζημιώθηκε το ελληνικό κεφάλαιο από την υιοθέτηση του ευρώ ως εσωτερικού νομίσματος του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού;

– Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον του ελληνικού κεφαλαίου η υιοθέτηση ενός διαφορετικού εσωτερικού νομίσματος ώστε να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός της υποτίμησης;

– Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις η υιοθέτηση του ευρώ από τον ελληνικό καπιταλισμό;

– Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών τάξεων η υιοθέτηση ενός νέου εσωτερικού νομίσματος και η έξοδος του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού από την ΕΕ;

Στα ερωτήματα αυτά θα απαντήσουμε στη συνέχεια.

1) Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός ζημιώθηκε από την υιοθέτηση του ευρώ είναι απολύτως ατεκμηρίωτη.

Όπως αναλύσαμε διεξοδικότερα αλλού (Γ. Μηλιός – Δ. Π. Σωτηρόπουλος, Θέσεις 112: http://users.ntua.gr/jmilios/02_Milios_Sotiropoulos_112.pdf), η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος σήμαινε εντονότερη έκθεση των ατομικών επιχειρήσεων στο διεθνή ανταγωνισμό, πράγμα που «αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη στρατηγική οργάνωσης της αστικής εξουσίας (ως μοντέλο διαρκούς αναδιάρθωσης της εκμετάλλευσης της εργασίας και εκκαθάρισης των μη-ανταγωνιστικών ατομικών κεφαλαίων προς όφελος τελικά του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου)» [http://users.ntua.gr/jmilios/Milios-Sotiropoulos-Oikonomiki-krisi-euro.pdf].[2]

Επιπλέον, ήδη πριν την εισαγωγή του ευρώ, ο ελληνικός καπιταλισμός, παρά την κατάργηση κάθε προστατευτικού μέτρου, πέτυχε ρυθμούς μεγέθυνσης σημαντικά ψηλότερους από το μέσο όρο της ΕΕ και της Ευρωζώνης (ΖτΕ), ως αποτέλεσμα ψηλών ρυθμών κερδοφορίας (ψηλότερων ποσοστών κέρδους), δηλαδή αποδοτικότερης εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης συγκριτικά με τους άλλους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αφενός τη μείωση της αναπτυξιακής ψαλίδας με τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της ΖτΕ (φθάνοντας στο 95% του μέσου όρου). Αφετέρου, το γεγονός αυτό δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων και την εμφάνιση σταθερών πλεονασμάτων στο ισοζύγιο των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Τα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές «αντικατοπτρίζουν» ακριβώς την ισχυρή αύξηση της εσωτερικής ζήτησης και την εισροή ξένων επενδύσεων. Ο ελληνικός καπιταλισμός προσέγγισε σε πραγματικούς όρους τους πιο αναπτυγμένους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς, τόσο πριν όσο και μετά την υιοθέτηση του ευρώ.[3]

Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός υποβαθμίστηκε εντός της ΖτΕ επειδή αυξήθηκε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να υποστηριχτεί μόνο στο πλαίσιο της φανταστικής εικόνας που αναπαράγει η αστική (κλασική και νεοκλασική) οικονομική θεωρία, μιας μη-χρηματικής «πραγματικής οικονομίας» υλικών ροών, η οποία αφορά «ισορροπίες» σε συναλλαγές «αγαθών». Όμως ο καπιταλισμός είναι η οικονομία του χρήματος, στην οποία κάθε οικονομική διαδικασία αποτελεί απλώς μέσο, ώστε «το χρήμα να παράγει διαρκώς περισσότερο χρήμα».[4] Αυτός είναι και ο λόγος που ένα θετικό (αρνητικό) ισοζύγιο κεφαλαιακών ροών, υφίσταται ως κατοπτρική εικόνα ενός ελλείμματος (πλεονάσματος) τρεχουσών συναλλαγών.

Το ευρώ ευνόησε τους δυναμικούς κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού (τράπεζες, εφοπλισμός, τρόφιμα, χημικά-φάρμακα κλπ.) στη διεθνή τους οικονομική επέκταση.

2) Όσα αναπτύξαμε στην προηγούμενη ενότητα καθιστούν σαφές ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν έχει συμφέρον, ούτε επιθυμεί, την έξοδο από το ευρώ, πολύ περισσότερο την ΕΕ.

Μιλώντας γενικά, το κεφάλαιο είναι «αμφίσημο» απέναντι στην προοπτική υποτίμησης του εσωτερικού νομίσματος: Η υποτίμηση από τη μια μεριά αυξάνει τη διεθνή του ανταγωνιστικότητα, από την άλλη όμως μειώνει τη διεθνή «αγοραστική ισχύ» του, απαξιώνει τα περιουσιακά του στοιχεία και την επενδυτική του δυνατότητα. Σαν αποτέλεσμα, κατά τη σημερινή φάση διεθνοποίησης του καπιταλισμού, οι ηγεμονικές μερίδες του κεφαλαίου στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες προκρίνουν συστηματικά τις πολιτικές σκληρού νομίσματος.

3) Βέβαια, η εξέλιξη της ιστορίας είναι αστάθμητη. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει απολύτως το ενδεχόμενο, π.χ., διάλυσης της ΖτΕ, εάν η παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση βαθύνει. Σε μια τέτοια περίπτωση και με δεδομένους τους σημερινούς κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης, ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης έχει τα μέσα και την ισχύ να μεταθέσει και πάλι το κόστος της κρίσης της ΖτΕ στις δυνάμεις της εργασίας και δευτερευόντως στις πιο αδύναμες κεφαλαιακές μερίδες (καπιταλιστική αναδιάρθρωση).

Οι δυναμικές και διεθνοποιημένες μερίδες του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό θα θιγούν λιγότερο από την απαξίωση της διεθνούς αξίας των παγίων εγκαταστάσεων, στην περίπτωση που υποτιμηθεί η ν.Δρ., καθώς διατηρούν σημαντικό τμήμα των κεφαλαίων τους σε διεθνές νόμισμα. Θα επιχειρήσουν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους μεγαλύτερο τμήμα των κλάδων και επιχειρήσεων της χώρας, θα αξιοποιήσουν τον χρηματοπιστωτικό πανικό και τη δολαριο-ποίηση ή ευρω-ποίηση της εγχώριας οικονομίας κατά την πρώτη περίοδο μετά την εισαγωγή ενός «μαλακού» εθνικού νομίσματος (συνύπαρξη της ν.Δρ. με το ευρώ ή το δολάριο) για την περαιτέρω απαξίωση της εργασίας. Επιπλέον, θα επιδιώξουν ενδεχομένως να επαναδιαπραγματευτούν το δημόσιο χρέος με το ΔΝΤ και άλλα κέντρα που λειτουργούν ως μηχανισμοί σταθερότητας του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (δηλαδή εργάζονται για τη σταθερότητα του καπιταλισμού σε κάθε καπιταλιστική χώρα), με όρους που θα ενισχύουν ακόμη περισσότερο την ισχύ τους απέναντι στην εργασία. Σταθεροποιώντας όλα εκείνα τα μέτρα που ο Μαρξ περιέγραψε ως απόσπαση απόλυτης υπεραξίας.

Αντίθετα, οι εργαζόμενοι θα δουν την αγοραστική τους δύναμη να εξανεμίζεται, καθώς η αυξημένη τιμή των εισαγόμενων πρώτων υλών και παγίων μέσων παραγωγής θα μετακυλίεται στην τελική τιμή του προϊόντος, καθώς οι τιμές των εισαγόμενων θα εκτινάσσονται, καθώς ο χρηματοπιστωτικός και οικονομικός πανικός θα αποτελεί εφαλτήριο για περαιτέρω μειώσεις μισθών, στέρηση δικαιωμάτων, κατάργηση και των τελευταίων δομών κοινωνικής προστασίας.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι με δεδομένους τους σημερινούς ταξικούς συσχετισμούς δύναμης, δεν είναι προς το συμφέρον των δυνάμεων της εργασίας η έξοδος από το ευρώ (και την ΕΕ), καίτοι η προοπτική αυτή δεν αποτελεί επίσης επιδίωξη του κεφαλαίου.

Η άποψη ότι το σύνθημα «έξω από το ευρώ» θα αποτελέσει τον καταλύτη για να αλλάξει ο ταξικός και πολιτικός συσχετισμός δύναμης, αποτελεί μια ακόμα φαντασίωση του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, εφάμιλλη ίσως σε οικονομιστικό και μηχανιστικό περιεχόμενο με εκείνη την αρχαία πεποίθηση ότι η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» οδηγεί στον σοσιαλισμό.

4) Φτάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις η υιοθέτηση του ευρώ από τον ελληνικό καπιταλισμό; Η απάντηση προκύπτει εύκολα από τα προηγούμενα: Η εργατική τάξη δεν ζημιώθηκε από το ευρώ καθαυτό, αλλά από τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού που κατάφερε να επιβάλει ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης, στοιχείο των οποίων είναι η μεταβίβαση των πιέσεων του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού στις δυνάμεις της εργασίας. Το ευρώ, όπως και στο παρελθόν η «σκληρή δραχμή», χρησιμοποιήθηκε ως «εργαλείο» για την προώθηση αυτής της επιθετικής αστικής στρατηγικής. Με την έννοια αυτή, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πειστικά ότι τα πράγματα θα ήταν οπωσδήποτε καλύτερα για τους εργαζόμενους στην περίπτωση που ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είχε υιοθετήσει ως εθνικό νόμισμα το ευρώ.[5]


3. Για μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση

του ταξικού συσχετισμού

Η απάντηση που δώσαμε στο τελευταίο ερώτημα, μας επιτρέπει να περιγράψουμε μια διαφορετική στρατηγική από αυτές που προκρίνουν οι διάφορες εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, που αναζητούν ένα «καθολικό σύνθημα για το συμφέρον της χώρας».

Σε αδρές γραμμές σκιαγραφήσαμε τη στρατηγική του ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού στην ενότητα 1.1. του παρόντος κειμένου.

Στη συγκυρία της κρίσης πρώτο μέλημα της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι άλλο από την οργάνωση της άμυνας των δυνάμεων της εργασίας. Απαραίτητο βήμα γι’ αυτό είναι η αποδόμηση της κυρίαρχης προπαγάνδας σχετικά με την κρίση, τα αίτιά της και την αναγκαιότητα των κυβερνητικών μέτρων.

Είναι σημαντικό να δειχθεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία καθολικά αποδεκτή μεθοδολογία για την έξοδο από την κρίση («για το καλό της χώρας»). Κάθε πρόταση φέρει μαζί της μια συγκεκριμένη ταξική οπτική και μεροληψία. Κάθε πρόταση στηρίζεται και σε διαφορετικές προτεραιότητες. Από τη μία μεριά υπάρχουν τα ζητήματα της ανάκαμψης της κερδοφορίας, αλλά και της διαχείρισης του χρέους, και από την άλλη μεριά υπάρχουν τα ζητήματα της ανεργίας, των μισθών, των εργασιακών δικαιωμάτων, του κοινωνικού ελέγχου και της οργάνωσης της αλληλεγγύης.

Με άλλα λόγια, υπάρχουν δύο δρόμοι εξόδου από την κρίση. Η έξοδος σε βάρος της κερδοφορίας και των προνομίων του κεφαλαίου και η έξοδος σε βάρος των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων του κόσμου της δουλειάς.

Αυτό σημαίνει ότι έχει τεράστια πολιτική σημασία η σειρά των στόχων:

Ξεκινάμε από τα ζητήματα προστασίας της εργασίας, αναδιανομής του εισοδήματος και κοινωνικού ελέγχου σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας και κοινωνίας – όπως το τραπεζικό σύστημα, η υγεία και η εκπαίδευση – και τα επεκτείνουμε σε μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης των δημόσιων οικονομικών, που μετατοπίζουν παράλληλα υπέρ της εργασίας το συσχετισμό των δυνάμεων: αύξηση των φορολογικών συντελεστών του κεφαλαίου στο 40% των κερδών, κατάργηση φοροαπαλλαγών, φορολόγηση εκκλησιαστικής περιουσίας, μείωση των στρατιωτικών δαπανών κατά 50%, αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης για την ενίσχυση των κοινωνικών λειτουργιών, τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο, την αύξηση της αποτελεσματικότητας, κλπ.

Στη συνέχεια και μόνο στη βάση των προηγούμενων θέτουμε ζητήματα που αφορούν την κρίση χρέους καθαυτή, όπως η επαναδιαπραγμάτευσή του με όρους που να μη θίγουν τις συνθήκες διαβίωσης και τα δικαιώματα της εργασίας, η δημιουργία κρατικής τράπεζας ειδικού σκοπού για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους έξω από το πλαίσιο που ορίζουν οι χρηματαγορές κλπ.

Το επιχείρημα ότι μια τέτοια μετατόπιση του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας θα οδηγήσει το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο σε μόνιμη κρίση, επενδυτική αποχή και παρακμή, με δραματικές επιπτώσεις και για την ίδια την εργασία (ανεργία κ.ο.κ.) είναι ταυτόχρονα αντιδραστικό και λανθασμένο. Αντιδραστικό, διότι υπαινίσσεται ότι οι δυνάμεις τις εργασίας πρέπει να παραμείνουν εγκλωβισμένες, στην καλύτερη περίπτωση, στον καθεστωτικό μεταρρυθμισμό, υπάγοντας τα δικά τους συμφέροντα σε εκείνα του κεφαλαίου, διεκδικώντας απλώς ψίχουλα στις συγκυρίες άνθισης του καπιταλισμού. Λανθασμένο, διότι το κεφάλαιο, ως η κυρίαρχη τάξη μέσα στην πάλη των τάξεων, διατηρεί πάντα, μέχρι την ανατροπή της εξουσίας του, πλειάδα μεθόδων και δρόμων υπεράσπισης της κερδοφορίας του. Για παράδειγμα, όταν ο δρόμος της απόλυτης υπεραξίας (μείωση μισθών, διάλυση του κοινωνικού κράτους, εντατικοποίηση της εργασίας) παύει να είναι πρόσφορος, λόγω της συνδικαλιστικής και πολιτικής ενίσχυσης της εργατικής τάξης, στρέφει όλες του τις δυνάμεις στη σχετική υπεραξία (αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μέσα από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας).[6]

Τι θα συμβεί όμως με το ευρώ στην περίπτωση που η αλλαγή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων θέσει στην ημερήσια διάταξη ριζικές οικονομικές και κοινωνικές τομές, ακόμα και το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής; Το ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί σήμερα. Διότι η απάντηση θα είναι ενδεχομένως διαφορετική αν η επαναστατική διαδικασία έχει προηγηθεί στη Γαλλία και τη Γερμανία και διαφορετική αν έχει προηγηθεί στη Βρετανία. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού θα μπορέσει να δοθεί μόνο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εκείνης (ενδεχόμενης) συγκυρίας.


Σημειώσεις


[1]Ο Μαρξ σχολίαζε ως εξής τις απόψεις που εδώ περιγράφουμε ως καθεστωτικό μεταρρυθμισμό: «Είναι καθαρή ταυτολογία να λέμε πως οι κρίσεις προέρχονται από έλλειψη κατανάλωσης ικανής να πληρώσει ή καταναλωτών ικανών να πληρώσουν. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής δεν γνωρίζει άλλες μορφές κατανάλωσης παρά την κατανάλωση με πληρωμή εκτός από την κατανάλωση sub forma pauperis [την κατανάλωση των απόρων] ή των “κατεργάρηδων”. Όταν μένουν απούλητα εμπορεύματα δεν σημαίνει άλλο, παρά πως δε βρέθηκαν αγοραστές ικανοί να πληρώσουν, δηλαδή καταναλωτές (δεν έχει σημασία αν σε τελευταία ανάλυση τα εμπορεύματα αγοράζονται με σκοπό την παραγωγική η την ατομική κατανάλωση). Αν όμως για να δώσουν στην ταυτολογία αυτή μια επίφαση βαθύτερης δικαιολόγησης, μας πουν πως η εργατική τάξη παίρνει ένα πάρα πολύ μικρό μέρος του προϊόντος της, και πως επομένως το κακό μπορεί να θεραπευθεί, όταν η εργατική τάξη πάρει μεγαλύτερο μερτικό απ’ αυτό, όταν δηλαδή ο μισθός της αυξηθεί, τότε αρκεί να παρατηρήσουμε μόνο πως κάθε φορά οι κρίσεις προετοιμάζονται ίσα – ίσα από μια περίοδο, όπου ανεβαίνει γενικά ο μισθός εργασίας και η εργατική τάξη παίρνει realiter (πράγματι) μεγαλύτερη μερίδα από το μέρος εκείνο του χρονιάτικου προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση. Αντίθετα, η περίοδος αυτή θα έπρεπε από την άποψη αυτών των ιπποτών του υγειούς και απλού λογικού ν’ απομακρύνει την κρίση. Φαίνεται λοιπόν πως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή περικλείει όρους ανεξάρτητους από την καλή η κακή θέληση, που τη σχετική εκείνη ευημερία της εργατικής τάξης την επιτρέπουν μόνο για μια στιγμή, και μάλιστα πάντα μόνο σαν το πουλί της καταιγίδας που μηνάει την κρίση». (Το Κεφάλαιο, τόμος 2ος, σ. 411, Αθήνα 1979).

[2] Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική της έκθεσης των ατομικών κεφαλαίων στο διεθνή ανταγωνισμό, ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και να κατευθυνθεί η πίεση του ανταγωνισμού στην εργασία, αποτελούσε τη μόνιμη στρατηγική του ελληνικού καπιταλισμού τουλάχιστον από το 1985. Πριν την εισαγωγή του ευρώ, η δραχμή αναμιμάτο συνεχώς σε πραγματικούς όρους, δηλαδή η ονομαστική διολίσθηση της ισοτιμίας της ως προς τα ευρωπαϊκά νομίσματα υπελείπετο συστηματικά του διαφορικού πληθωρισμού Ελλάδας – ΕΟΚ.

[3] Καίτοι οι επίσημοι οργανισμοί και οι εκφραστές επιχειρηματικών συμφερόντων ομονοούν ότι η «ελληνική οικονομία» πάσχει από «έλλειμμα ανταγωνιστικότητας», διότι η θέση αυτή διευκολύνει τη νομιμοποίηση των πολιτικών αναδιανομής εισοδήματος κι εξουσίας που σήμερα επιχειρείται, εντούτοις υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Στο Οικονομικό Δελτίο της Alpha Bank, τ. 112 Ιούνιος 2010, σ. 25 διαβάζουμε: «Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μειωμένη διεθνή ανταγωνιστικότητα είναι επίσης έωλο αφού, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (“Price and Cost Competitiveness”, 3ο 3μηνο 2009), η ανταγωνιστική θέση της Ελλάδος εξελίχθηκε στη δεκαετία του 2000 πολύ πιο ευνοϊκά από τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ-27 […]. Πολύ δε περισσότερο, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν επαληθεύεται από το γεγονός ότι η μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδος στην 15ετή περίοδο 1995-2009 υπερέβη κατά 1,6 π.μ. την μέση ετήσια αύξηση των χωρών της ΕΕ-16. Εάν η υψηλή ανάπτυξη απαιτεί υψηλή ανταγωνιστικότητα τότε η υπεροχή της αναπτύξεως της Ελλάδος για 15 ολόκληρα έτη σημαίνει μάλλον ικανοποιητική ανταγωνιστικότητα. Άλλωστε και ο ρυθμός αυξήσεως της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα (κατά 2,3% ετησίως στη δεκαετία του 2000) ήταν κατά πολύ υψηλότερος από τον αντίστοιχο ρυθμό των χωρών της ΖτΕ. Ο ισχυρισμός ορισμένων αναλυτών ότι η εντυπωσιακή ανάπτυξη της Ελλάδος για μία ολόκληρη 15ετία οφείλεται στην υψηλή αύξηση της εγχώριας ζητήσεως και τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και ότι συνέβη παρά την μειωμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, οφείλεται προφανώς στην άγνοια των πραγματικών δεδομένων […] και στη μεγάλη σύγχυση που υπάρχει μεταξύ των διεθνών αναλυτών σχετικά με την έννοια της ανταγωνιστικότητας (με βάση το κόστος εργασίας) και τη σχέση της με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε χώρας».

[4] Στο ερώτημα επομένως τι παράγει η «ελληνική οικονομία» (ο ελληνικός καπιταλισμός) μπορεί να δοθεί μια εξαιρετικά σύντομη αλλά εξίσου ακριβής απάντηση: Παράγει ένα ακαθάριστο προϊόν αξίας 343 δις δολαρίων (2008), κατατασσόμενη έτσι στην 22η θέση από πλευράς επιπέδου ανάπτυξης (ΑΕΠ ανά κάτοικο) στον πλανήτη.

[5] Η κρίση χρέους στη ΖτΕ, που στην παρούσα συγκυρία οξύνεται στην Ιρλανδία (και την Πορτογαλία) καθιστά σαφές ότι υφίστανται οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για τη σύγκλιση των αγώνων των Ευρωπαίων εργαζομένων με στόχο την ανατροπή της σημερινής νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της ΕΕ. Ο δημόσιος έλεγχος του τραπεζικού συστήματος, η δυνατότητα της ΕΚΤ να χρηματοδοτεί απευθείας τις χώρες-μέλη της ΖτΕ, κ.ο.κ., αποτελούν πλέον κοινούς στόχους της Αριστεράς και των κινημάτων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

[6] Όπως έδειξε ο Μαρξ, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί ενδοφυή τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: «Γενικά παραγωγικότητα της εργασίας = μάξιμουμ του προϊόντος με μίνιμουμ της εργασίας, άρα όσο το δυνατόν υποτίμηση των εμπορευμάτων. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αυτό γίνεται νόμος ανεξάρτητα από τη θέληση του κάθε καπιταλιστή» (Καρλ Μαρξ Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: εκδ. Α/συνέχεια, 1983, σ. 126-27).

Ξεπουλάνε λιμάνια, αεροδρόμια, συγκοινωνίες, νερό και πολεμική βιομηχανία

Ημερομηνία δημοσίευσης: 19/11/2010  «ΑΥΓΗ«

Το πλήρες πρόγραμμα για τις ιδιωτικοποιήσεις, την αναδιαρθρώσεις και τη γενικότερη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου θα παρουσιαστεί από την κυβέρνηση τον Δεκέμβριο. Πάντως, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, τα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων για το 2011 προβλέπουν:

1. Την πώληση 4 airbus A340 (περιουσία που έμεινε από την Ολυμπιακή) εντός του πρώτου τριμήνου.

2. Την πώληση σε στρατηγικό επενδυτή του 49% του Καζίνο Mont Parnes το δεύτερο τρίμηνο.

3. Την παράταση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Ελ. Βενιζέλος το δεύτερο τρίμηνο του έτους.

4. Συμβάσεις παραχώρησης για φάσμα συχνοτήτων το τρίτο τρίμηνο του έτους.

5. Την πώληση ποσοστού σε στρατηγικό επενδυτή της ΕΑΣ (ΕΒΟ – ΠΥΡΚΑΛ) όπου το Δημόσιο κατέχει 99,81%).

6. Για τη ΔΕΠΑ «ο σχεδιασμός βρίσκεται σε εξέλιξη»… αναφέρεται στον προϋπολογισμό, όπου δίνεται χρονοδιάγραμμα αλλαγών στο τέταρτο τρίμηνο.

7. Το τέταρτο τρίμηνο του έτους προσδιορίζεται και η πώληση ποσοστού της ΤΡΑΙΝΟΣΕ σε στρατηγικό επενδυτή, όπως άλλωστε και για τη ΛΑΡΚΟ.

8. Συμβάσεις παραχώρησης επιστρατεύονται για την ΕΓΝΑΤΙΑ, το τέταρτο τρίμηνο του έτους.

Αναλυτικά στον προϋπολογισμό, στο κεφάλαιο που αφορά τις αποκρατικοποιήσεις αναφέρονται:

Τράπεζες: «Αναδιάρθρωση» τραπεζική συστήματος

Γίνεται αναφορά στη μελέτη που εκπόνησαν οι τρεις διεθνείς τράπεζες επενδύσεων, Deutsche Bank, HSBC και Lazard και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο για τη συμμετοχή του Δημοσίου στην Αγροτική Τράπεζα, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, την Τράπεζα Αττικής.

«Η μελέτη κατέδειξε την υστέρηση των υπό μελέτη πιστωτικών ιδρυμάτων σε σχέση με την αποτελεσματικότητα των απόλυτα ιδιωτικών πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά και την υπεροχή τους στη διατήρηση της καταθετικής τους βάσης και ρευστότητας. Η κεφαλαιακή τους διάρθρωση ποικίλλει και υπό τις τρέχουσες συνθήκες καταδεικνύει την ανάγκη αναδιάρθρωσης της Αγροτικής Τράπεζας και επαναπροσδιορισμού του πλαισίου πολιτικής που διέπει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων» αναφέρεται στον προϋπολογισμό. Η αξιοποίηση των συμμετοχών του Δημοσίου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και την Τράπεζα Αττικής θα σχεδιαστεί το 2011.


Υποδομές, μεταφορές και επικοινωνίες

Προωθείται παράταση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνή Αερολιμένας Αθηνών (ΔΑΑ).
Το σύνολο των αεροδρομίων της χώρας θα αποτελέσει αντικείμενο μελέτης στρατηγικής. Ακόμη προωθείται η σταδιακή διαχειριστική αυτονόμηση των περιφερειακών αεροδρομίων από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και η δημιουργία εταιρικών δομών, οι οποίες θα δίνουν τη δυνατότητα σύναψης συμβάσεων παραχώρησης κατά τα πρότυπα του ΔΑΑ.

Σε σχέση με το σιδηροδρομικό σύστημα, το 2011, προωθείται η μερική ιδιωτικοποίηση της ΤΡΕΝΟΣΕ και αξιοποίηση ακινήτων με συμβάσεις παραχώρησης. Επίσης, εντός του έτους 2011, η κυβέρνηση θα συνδέσει τον νέο αυτοκινητόδρομο ΕΓΝΑΤΙΑ με συμβάσεις παραχώρησης.

Για τα ΕΛΤΑ προωθείται η είσοδος στρατηγικού εταίρου με μειοψηφική συμμετοχή και δικαιώματα διαχείρισης.

Για το φάσμα συχνοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του «ψηφιακού μερίσματος», η πολιτική της κυβέρνησης προωθεί τη λύση των συμβάσεων παραχώρησης στον ιδιωτικό τομέα.


Ενέργεια

Η κυβέρνηση θα διαχειριστεί τη συμμετοχή του Δημοσίου στη ΔΕΠΑ και τον ΔΕΣΦΑ στο πλαίσιο της πολιτικής δέσμευσης για τον έλεγχο των δικτύων διανομής

Λιμάνια

Το χαρτοφυλάκιο του Δημοσίου περιλαμβάνει 12 οργανισμούς λιμένος με τη μορφή Α.Ε. και εκατοντάδες άλλα μικρότερα λιμάνια. Η κυβέρνηση προωθεί τη στρατηγική εταιρική αναδιάρθρωση του λιμενικού συστήματος των δώδεκα οργανισμών λιμένος, καθώς και τη σύναψη συμβάσεων παραχώρησης. Επίσης προωθείται η δημιουργία εκτεταμένου συστήματος μαρίνων με βάση το χαρτοφυλάκιο μικρότερων λιμένων της χώρας.
Εταιρίες υδάτων (ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ)

Η κυβέρνηση σχεδιάζει πολιτική συνολικής διαχείρισης των δικτύων ύδρευσης. Η πολιτική της κυβέρνησης διακρίνει την ιδιοκτησία της υποδομής από τη διαχείρισή της, με στόχο την αξιοποίηση της ιδιωτικής τεχνογνωσίας στον χώρο.

Παίγνια

Η κυβέρνηση προωθεί εντός του 2011 την πλήρη αποκρατικοποίηση του Καζίνου Πάρνηθας, τη διερεύνηση της παράτασης της σύμβασης παραχώρησης παιγνίων του ΟΠΑΠ, καθώς και τη διαχείριση των κρατικών λαχείων με τη μορφή συμβάσεων παραχώρησης. Επίσης προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες επί του Διαδικτυακού Στοιχήματος καθώς και των Ηλεκτρονικών Τυχερών Παιγνίων με την ίδρυση ανεξάρτητης εποπτικής αρχής και την πώληση περιορισμένου αριθμού αδειών.

ΛΑΡΚΟ

Αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή και, αναφορικά με την αξιοποίηση της εταιρίας και των αποθεμάτων νικελίου της χώρας, η κυβέρνηση θα εγκαταστήσει εντός του 2011 διαδικασίες διερεύνησης για τη διαμόρφωση της στρατηγικής του Δημοσίου.

Ακίνητα

Οργάνωση ενιαίας διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου. Η προτεινόμενη μέθοδος αξιοποίησης αφορά κυρίως συμβάσεις παραχώρησης και τον σχηματισμό ομοιογενών χαρτοφυλακίων ακινήτων, εμπορικών, αστικών ή τουριστικών περιοχών, τα οποία, σε συνδυασμό με ιδιωτικά κεφάλαια, θα δύναται να οδηγήσουν σε μετέπειτα εισαγωγή στο χρηματιστήριο.

Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ), Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ)

Η πολιτική της κυβέρνησης για τις εταιρείες ΕΑΣ και ΕΛΒΟ προωθεί αναδιάρθρωση και είσοδο στρατηγικών εταίρων με πλειοψηφική συμμετοχή έως 65% του μετοχικού κεφαλαίου και δικαιώματα διοίκησης, ενώ για την ΕΑΒ προωθεί την αναδιάρθρωση της εταιρείας.

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ Η ΕΚΤΟΞΕΥΣΗ, ΜΕΣΩ EUROSTAT, ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΧΡΕΟΥΣ!

 

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ Η ΕΚΤΟΞΕΥΣΗ, ΜΕΣΩ EUROSTAT, ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΧΡΕΟΥΣ!

Αναδημοσίευση από «Iskra»

ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΩΝ ΔΕΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΝΕΩΝ ΜΕΤΡΩΝ!

Η επικείμενη αναθεώρηση προς τα πάνω (μετά βεβαίως από το β’ γύρο των περιφερειακών εκλογών), μέσω Eurostat, του ελλείμματος και του χρέους της χώρας αποτελεί κορυφαία κυβερνητική επιλογή –σε συνεννόηση προφανώς με την τρόϊκα–  και όχι αποτέλεσμα , όπως προσπαθούν να περάσουν στην κοινή γνώμη, δήθεν «αντικειμενικών» ελέγχων της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας.alt

Συγκεκριμένα, το στοιχείο εκείνο που θα εκτοξεύσει το ύψος ελλείμματος και χρέους θα είναι κατά κύριο λόγο η ένταξη, – για πρώτη φορά στα δημοσιονομικά χρονικά της χώρας –, του ελλείμματος των ΔΕΚΟ στο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης. Η απαράδεκτη αυτή μεθόδευση εκθέτει όχι μόνο το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αλλά και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, καθώς μέσω της αυθαίρετης ένταξης των ΔΕΚΟ στη γενική κυβέρνηση –ένταξη που είναι άγνωστο αν έχει εφαρμοστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες! – στρώνεται το έδαφος για την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για νέα μνημόνια στο διηνεκές. Η μεθόδευση αυτή βασίζεται στην κατά γράμμα εφαρμογή του απαράδεκτου και αυθαίρετου «κανόνα του 50%», ο οποίος καθορίζει σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαρισμών (ESA95) το πότε μια ΔΕΚΟ πρέπει να εντάσσεται στη γενική κυβέρνηση. Ο «κανόνας» αυτός επιτάσσει την υπαγωγή μια ΔΕΚΟ στη γενική κυβέρνηση όταν τα έσοδά της είναι μικρότερα του 50% των λειτουργικών της εξόδων. Όμως, ενώ ο «κανόνας» αυτός ισχύει τυπικά εδώ και δέκα, περίπου, χρόνια, δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ. Και έρχεται η «τροϊκανή» κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και τον εφαρμόζει τώρα, κρυπτόμενη πίσω από τους τεχνοκράτες της Eurostat. Όμως είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι το έλλειμμα και το χρέος δεν είναι , κυρίως, λογιστικά ή στατιστικά μεγέθη αλλά πρωτίστως πολιτικά.

Ερώτηση για το τεράστιο αυτό θέμα κατέθεσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Λαφαζάνης:

ΕΡΩΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΥΠΟΥΡΓΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΘΕΜΑ: Πολιτική επιλογή της κυβέρνησης η επικείμενη, μέσω Eurostat, εκτόξευση του ελλείμματος και του χρέους, προκειμένου να διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ και να δικαιολογηθούν νέα μέτρα!  Εκτεθειμένος ο ίδιος ο πρωθυπουργός!

Η αναθεώρηση προς τα πάνω του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους της χώρας – που θα ανακοινωθεί από την Eurostat μετά το β’ γύρο των περιφερειακών εκλογών – αποτελεί μια κορυφαία κυβερνητική επιλογή (σε συνεννόηση με την τρόϊκα προφανώς)  και όχι αποτέλεσμα ελέγχων, υποτίθεται, της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας. Ο λόγος είναι απλός: Η εκτόξευση του ελλείμματος και του χρέους για το 2009 και το 2010 θα προέλθει κυρίως από την ένταξη των ελλειμμάτων των ΔΕΚΟ στη γενική κυβέρνηση, γεγονός που θα συμβεί για πρώτη φορά στα δημοσιονομικά χρονικά της χώρας και που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν συμβαίνει ή έχει συμβεί ποτέ στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Συγκεκριμένα, ενώ επί δέκα, περίπου, χρόνια – οπότε και άρχισε, επί της ουσίας, να εφαρμόζεται το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών (ESA95)- τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ δεν υπολογίζονταν ποτέ στο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, η Eurostat «ανακάλυψε» όψιμα ότι δεν εφαρμόζουμε κατά γράμμα τις διατάξεις του ESA95 και ειδικότερα τον αυθαίρετο κανόνα του 50% – ο κανόνας αυτός ορίζει ότι μια επιχείρηση δεν εντάσσεται στην Γενική Κυβέρνηση, εφόσον τα έσοδά της από πωλήσεις του αγαθού ή της υπηρεσίας που προσφέρει, καλύπτει τουλάχιστον το 50% των λειτουργικών της δαπανών- και γι’ αυτό προκειμένου να προσδιορίσει το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα προσθέσει στο ήδη υπάρχον έλλειμμα και τα ελλείμματα των δημοσίων επιχειρήσεων.

Αυτή η αλλαγή της μεθοδολογίας –διότι περί αυτού πρόκειται- δεν πρόκειται να επιβαρύνει μόνο τα δημοσιονομικά μεγέθη του 2009 και του 2010, οδηγώντας σε εκτροχιασμό το μνημονιακό οικονομικό πρόγραμμα, αλλά θα αυξήσει κατακόρυφα και τα δημοσιονομικά ελλείμματα όλων των μελλοντικών ετών, καθώς προστίθενται νέες πηγές ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό!

Όμως την καταστροφική αυτή αλλαγή της μεθοδολογίας, η κυβέρνηση όχι απλά δεν την απέκρουσε αλλά ούτε καν την αμφισβήτησε, όπως όφειλε να κάνει, καθώς είναι εξαιρετικά αμφίβολο το εάν εφαρμόζεται κατά γράμμα ο απαράδεκτος κανόνας του 50% από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Επειδή η προσμέτρηση του ελλείμματος των ΔΕΚΟ στο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα οδηγήσει σε νέα μέτρα και σε νέα μνημόνια στο διηνεκές, καθώς και στο ξεπούλημα των δημοσίων επιχειρήσεων.

Επειδή ο αυθαίρετος κανόνας του 50% – ενδεχομένως – δεν εφαρμόζεται στην πράξη σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ερωτάται ο κύριος Υπουργός:

1. Για ποιο λόγο, ενώ ο αυθαίρετος “κανόνας” του 50% ισχύει για τις ΔΕΚΟ εδώ και δέκα, περίπου, χρόνια χωρίς να εφαρμόζεται – και επομένως χωρίς να προσμετρώνται τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ στο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης- σχεδιάζεται να εφαρμοστεί σήμερα, προσαυξάνοντας το έλλειμμα, εν μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης που έχει βιώσει η χώρα μεταπολεμικά;

2. Ποια άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε εφαρμόζουν στην πράξη, ως προς το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, αυτόν τον απαράδεκτο και αυθαίρετο «κανόνα» του 50%; Ποιοι δημόσιοι οργανισμοί έχουν ενταχθεί σε αυτές τις χώρες στη γενική κυβέρνηση, ως αποτέλεσμα αυτού του «κανόνα»; Παρακαλώ όπως καταθέσετε τα σχετικά στοιχεία.

3. Πως θα επηρεαστεί το έλλειμμα και το χρέος του 2009, του 2010, καθώς και των μελλοντικών ετών, από την ένταξη στη γενική κυβέρνηση των, αυθαιρέτως ονομαζόμενων, «ζημιογόνων» ΔΕΚΟ;

Η επέτειος της 3ης του Σεπτέμβρη, τα μαθηματικά του «αυτονόητου» και το Επιμενίδειο παράδοξο

Η επέτειος της 3ης του Σεπτέμβρη, τα μαθηματικά του «αυτονόητου» και το Επιμενίδειο παράδοξο

Δεν γνωρίζω πόσοι έδωσαν (έστω και ελάχιστη) προσοχή στις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ. Υποτίθεται ότι θα έδινε την ευκαιρία στον πρωθυπουργό να αναπτύξει τις ιδέες του για τον «τέταρτο δρόμο προς το σοσιαλισμό», συγκινητική υπενθύμιση των 36 χρόνων από τη διαβόητη πλέον διακήρυξη του Ανδρέα Παπανδρέου της 3ης Σεπτέμβρη του 1974.

Αλλά, φευ!, οι καιροί έχουν παρέλθει. Η διακήρυξη για τον «τέταρτο δρόμο» πήρε το… δρόμο προς τις ελληνικές καλένδες.

Κάποιοι σχολιαστές στον Τύπο θεώρησαν ότι απλά ο «Γιωργάκης» δεν επαρκεί για μεγαλεπήβολα σχέδια και διακηρύξεις. Βαρετός, (ελέω πατέρα) υπερ-γραφειοκρατικοποιημένος εκ γενετής μανδαρίνος της εξουσίας, χωρίς καμιά ρητορική δεινότητα, δεν είναι το είδος του ανθρώπου που θα μπορούσε να πυροδοτήσει κάποιου είδους ενθουσιασμού στο ακροατήριό του. Αν σε αυτά προστεθεί και το μάλλον χαμηλό IQ (θυμάστε που έφαγε τα μούτρα του όταν πήγε εν κινήσει να ξεμπλοκάρει την αλυσίδα του ποδηλάτου του;[1]), τότε πράγματι δεν είναι να απορεί κανείς που η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «ηγέτης-οραματιστής» απέτυχε πριν καν ξεκινήσει.

Όχι μόνο δεν υπήρχε η διακήρυξη για τον «τέταρτο δρόμο» αλλά και όσοι (όσες) του έγραψαν το λόγο του δεν τα κατάφεραν καλύτερα από όσα, ενδεχομένως, και ο ίδιος από μόνος του θα ήταν ικανός να αρθρώσει. Ο λόγος που του έγραψαν ήταν η αποθέωση της νοηματικής κενότητας που διαρκώς φλέρταρε με το γελοίο. Αδυνατώντας να προσφέρει οποιαδήποτε ελπίδα για διέξοδο στους εργαζόμενους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ το έριξε στην απύθμενη αερολογία:

«Όταν διεθνώς συζητιέται η απεξάρτηση από το πετρέλαιο, όταν θεωρείται η υπερκατανάλωση (sic!) βοδινού κρέατος ως δεύτερη μεγαλύτερη αιτία (!!) του φαινομένου του θερμοκηπίου, αλλά και πολλών νοσημάτων (sic!) στον αναπτυγμένο κόσμο, όταν η μεσογειακή ή η Κρητική δίαιτα είναι η καλύτερη διαφήμιση της χώρας μας (!!), όταν οι υδάτινοι πόροι γίνονται (sic!) πολύτιμοι και δυσεύρετοι, όταν έχουμε εξαίσια παράδοση (!!) στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, εμείς εισάγουμε αγροτικά προϊόντα διπλάσια από όσα παράγουμε».[2]

Όσο για οράματα… είχε όντως να προσφέρει ένα:

«Στη χώρα κάτι αλλάζει, σε όφελος του πολίτη. Όπως η απόφασή μας να αφαιρέσουμε από τους δρόμους μας όλες τις παράνομες, αλλά και επικίνδυνες διαφημιστικές πινακίδες».[3]

Μπορεί να μην είχε να προσφέρει ή να εξαγγείλει κάτι ουσιαστικό, είχε ωστόσο περίσσια θράσους:

«Μπορεί η λογική και το μέτρο εδώ και καιρό να χάθηκαν από κάποιες κυβερνήσεις. Μπορεί και εμείς να υιοθετήσαμε συμπεριφορές και αντιλήψεις, που θεωρούσαμε σύγχρονες, έξυπνες, μαγκιά. Αλλά ήταν πολλές φορές οι χειρότερες εκδοχές του καταναλωτικού πολιτισμού».[4]

Ο επικεφαλής μιας κυβέρνησης που σπέρνει την οικονομική και κοινωνική δυστυχία έχει το θράσος να ομιλεί περί «καταναλωτικού πολιτισμού». Ωστόσο, ο ίδιος και οι βουλευτές φρόντισαν να εξαιρεθούν από τα μέτρα λιτότητας που πλήττουν το σύνολο των εργαζομένων.

«Παρά τις περικοπές στα επιδόματα όμως, ήδη οι βουλευτές- προφανώς σε συνεννόηση με τον πρόεδρο της Βουλής και τα κόμματα- έχουν βρει έναν τρόπο για να «πονέσουν» λίγο λιγότερο […] έχει αυξηθεί ραγδαία ο αριθμός συνεδριάσεων των Επιτροπών [της Βουλής].

[…]

Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν βουλευτές οι οποίοι γράφουν στο προσωπικό τους «κοντέρ» από 10-14 Επιτροπές την εβδομάδα, γεγονός που προσθέτει στα περίπου 5.700 ευρώ που είναι ο βασικός μισθός και άλλα 3.000-4.000 ευρώ μηνιαίως, πλέον των επιδομάτων.[5]

Στην ομιλία του ο Γιώργος Παπανδρέου εξέφρασε την ευαρέσκεια του για τα κατορθώματα της κυβέρνησής του:

«Σήμερα, μπορούμε να είμαστε περήφανοι ως Έλληνες, ότι η Ελλάδα έχει χτίσει ξανά, με κόπο, με πόνο, με αυτοθυσία, μια νέα αξιοπιστία».

Ομιλεί για πόνο αυτός που ουδέποτε έχει εργαστεί στη ζωή του, αλλά παρ’ όλα αυτά έχει οικογενειακή περιουσία απλησίαστη για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. Στο πόθεν έσχες που έχει καταθέσει διαβάζουμε:

«Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου και η σύζυγος του Άντα δηλώνουν συνολικό εισόδημα 125.668,63 ευρώ.

Ακίνητα:

Έχουν από κοινού ένα ακίνητο στην 365 τ.μ στην Νέα Ερυθραία Αθήνας ενώ η Άντα κατέχει δύο ακίνητα στη Πάτρα 378 και 83 τμ.

Καταθέσεις:

Ο Γιώργος Παπανδρέου δηλώνει καταθέσεις συνολικού ύψους 25.995 ευρώ σε «Εθνική» και «Άλφα Μπανκ» και η σύζυγος του αμοιβαία κεφάλαια στην «Άλφα Μπάνκ ύψους 228.000.

Οχήματα:

Διαθέτουν δύο αυτοκίνητα 2000 και 1400 κυβικών».[6]

Για τον ίδιο και τους υπηρέτες του συστήματος ο «καταναλωτικός πολιτισμός» κάνει καλό, αλλά για την πλειοψηφία του πληθυσμού, η προπαγάνδα ομιλεί για «επιστροφή στην ποιότητα, όχι στην ποσότητα» -όλα αυτά σε περιόδους περικοπών και ανεργίας.

Ιδού λοιπόν, γιατί παρ’ όλο που η έμφαση στην ανεπάρκεια ή το IQ του πρωθυπουργού έχει την αξία της (η γελοιοποίηση της εξουσίας συμβάλει στην απονομιμοποίηση της), ωστόσο δεν επαρκεί. Γιατί η εξουσία πάνω απ’ όλα, παρά τις ανεπάρκειές της, έχει τον έλεγχο των κατασταλτικών μηχανισμών, τη θέληση να εξασκήσει βία αλλά και κτηνώδη προσήλωση στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης.

Και ο Γιώργος Παπανδρέου έχει αυτήν την ταξική στοχοπροσήλωση. Αυτό είναι υπεραρκετό για να τον μετατρέψει από ανεπαρκή, ώρες-ώρες γελοίο μανδαρίνο, σε σοβαρό και επιτυχημένο εκφραστή των συμφερόντων της άρχουσας τάξης.


Μεταρρυθμιστές χωρίς μεταρρυθμίσεις

Το ΠΑΣΟΚ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχε πράγματι τη δυνατότητα να είναι ένα μεταρρυθμιστικό κόμμα (ασφαλώς, κάτω από την πίεση του τότε εργατικού κινήματος και με στόχο την ενσωμάτωση του): υποσχέθηκε και πράγματι πραγματοποίησε ως κυβέρνηση το 1981 δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις (αναγνώριση [και ενσωμάτωση] των συνδικάτων, αναγνώριση της αντίστασης στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου) αλλά και οικονομικές παραχωρήσεις προς τους εργαζόμενους (αυξήσεις μισθών, κοινωνικά επιδόματα). Αλλά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, και πολύ πιο ορμητικά τη δεκαετία του 1990, το ΠΑΣΟΚ μετατρέπεται σε σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα, ακλουθώντας τη γενικότερη πορεία της σοσιαλδημοκρατίας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Τα αστικά κόμματα εξουσίας (δεξιά ή σοσιαλδημοκρατικά) ακολουθούν το νεοφιλελεύθερο μονόδρομο χωρίς καμιά πρωτοτυπία. Το ΠΑΣΟΚ ακολούθησε τη «μοίρα» όλων των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στη νεοφιλελεύθερη εποχή: μετατράπηκε σε ένα ρεφορμιστικό κόμμα χωρίς τη δυνατότητα μεταρρυθμίσεων για τους από κάτω. Ασφαλώς, ακόμα υπάρχει η δυνατότητα μεταρρυθμίσεων. Αλλά μόνο για την άρχουσα τάξη: να ακυρωθούν οι όποιες παραχωρήσεις προς τους εργαζόμενους είχαν γίνει τις προηγούμενες δεκαετίες.

Από αυτήν την πλευρά, η ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ είναι όντος αποκαλυπτική. Δεν είχε να προσφέρει οποιαδήποτε παροχή στους από κάτω, μόνο περικοπές, φόβο και βία. Χαρακτήρισε μάλιστα τα παραπάνω «επανάσταση του αυτονόητου», θέλοντας να υπογραμμίσει με αυτό το χαρακτηρισμό το αναπόφευκτο των επιλογών της κυβέρνησής του:

«Πρώτη μας προτεραιότητα, ιστορικό χρέος ήταν να αποφύγουμε τη χρεοκοπία.

[…]

Στα πρόθυρα μίας ταπεινωτικής χρεοκοπίας πήραμε δύσκολες αποφάσεις χωρίς να υπολογίζουμε το πολιτικό κόστος

[…]

Η διεθνής κοινότητα περίμενε ένα προδιαγεγραμμένο τέλος» και η χώρα αντιμετώπιζε ένα τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας».[7]

Οι περικοπές είναι «αναγκαίες και αυτονόητες» γιατί κινδύνευε «η πατρίς»:

«Ακόμη κι αυτοί που ποτέ δεν μας ψήφισαν, αναγνωρίζουν ότι αν αποτύχουμε εμείς, θα αποτύχει η Ελλάδα και απαιτούν να τα καταφέρουμε».[8]

Η μόνη υπόσχεση αφορά το (απροσδιόριστο) μέλλον και εναπόκειται στην καλή θέληση της εξουσίας:

«Τον Έλληνα και την Ελληνίδα χαμηλοσυνταξιούχο […] Σε αυτούς, με την πρώτη ανάκαμψή μας – και είναι δέσμευσή μας – χρωστάμε να τους στηρίξουμε με καλύτερες συντάξεις».[9]

Το ρεζουμέ της επιχειρηματολογίας του πρωθυπουργού:

Άλλη λύση δεν υπάρχει: ή «θυσίες για όλους» ή χρεοκοπία. Η χρεοκοπία ως φόβητρο για να παραλύσει κάθε διάθεση αντίδρασης:

« Κανείς όμως από εκείνους που έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν εύκολη κριτική, δεν μίλησε ευθέως στους Έλληνες πολίτες για το τι θα συνέβαινε αν δεν παίρναμε τις αποφάσεις.

[…]

Τότε, η φτώχεια θα ήταν τεράστια, με πρώτα θύματα τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Η ύφεση, διαρκής. Η δυνατότητα του κράτους να πληρώνει μισθούς και συντάξεις, ανύπαρκτη».


Τα μαθηματικά του «αυτονόητου»

Ωστόσο η τρομοκρατία του πρωθυπουργικού λόγου δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι η κυβέρνησή του εφαρμόζει μια άγρια ταξική πολιτική. Οι «θυσίες» δεν αφορούν όλους.

Ο Παπανδρέου δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι δεν μπορεί να «πιστέψει τις σπατάλες των ΔΕΚΟ».[10] Ο ίδιος και τα παπαγαλάκια του στα ΜΜΕ με «αδιάσειστα στοιχεία» επιμένουν ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις μας «κοστίζουν ακριβά», ότι εμείς οι εργαζόμενοι (του ιδιωτικού τομέα) πληρώνουμε με τους φόρους μας τις «σπάταλες» δημόσιες επιχειρήσεις.

Προς στιγμή, ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι για να «εξυγιανθούν» οι δημόσιες επιχειρήσεις (πολύ περισσότερο αν ιδιωτικοποιηθούν) θα μας ζητηθεί να πληρώσουμε υπέρογκες αυξήσεις τιμολογίων. Ήδη ομιλούν για αυξήσεις έως και 150% στα τιμολόγια της ΔΕΗ (φανταστείτε τι έχει να γίνει έτσι και ιδιωτικοποιηθεί –ούτε στους χειρότερους εφιάλτες μας).

Παραλείποντας συνειδητά τα παραπάνω, ας επικεντρωθούμε στα μαθηματικά του «αυτονόητου» όπως λέει ο πρωθυπουργός, εξετάζοντας δυο παραμέτρους. Το κόστος διάσωσης των τραπεζών από τη μια, και το κόστος λειτουργίας των ΔΕΚΟ από την άλλη.

Για να διασωθούν οι ιδιωτικές τράπεζες το κράτος από τότε που ανέλαβε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει δώσει σε κρατικές εγγυήσεις 78 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 33,7% του ΑΕΠ.

Σε αντιπαράθεση με αυτό το νούμερο, πόσες προβλέπεται να είναι οι ετήσιες δανειακές ανάγκες των ελλειμματικών ΔΕΚΟ; Διαβάζουμε:

«Οι δανειακές ανάγκες των ΟΣΕ, ΕΘΕΛ, ΗΣΑΠ, ΗΛΠΑΠ και ΟΑΣΑ προβλέπεται ότι θα ανέλθουν φέτος στο 1,26 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται στον προϋπολογισμό του 2010 (τελευταία επίσημα συγκεντρωτικά στοιχεία). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 0,54% του ΑΕΠ, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ΑΕΠ φέτος θα ανέλθει στα 230,8 δισ. ευρώ, όπως προβλέπεται από το Μνημόνιο Συνεννόησης».[11]

Σύμφωνα λοιπόν με τα ταξικά μαθηματικά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το 0,54% του ΑΕΠ είναι μεγαλύτερο από το 33,7% του ΑΕΠ! Τι καθιστά το 0,54% «δυσβάστακτο» για την «εθνική οικονομία», ενώ το 33,7% «επωφελές»;

Μα, απλούστατα, ο ταξικός συσχετισμός δυνάμεων. Οι μισθωτοί, που αντιμετωπίζονται περίπου ως υποζύγια, θα υποχρεωθούν να πληρώσουν με περικοπές μισθών, αύξηση του ΦΠΑ σε βασικά είδη ανάγκης, αυξήσεις στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ.

Την ίδια στιγμή που ο κόσμος της εργασίας δέχεται απανωτά κτυπήματα, τα πάντα παραδίδονται σο μεγάλο κεφάλαιο:

«Πώς γίνεται το κράτος να είναι φτωχό, τη στιγμή που ο κοινωνικός πλούτος, με μέτρο το ΑΕΠ, αυξήθηκε κατά 60% τα τελευταία 12 χρόνια, ενώ οι εισηγμένες εταιρείες στο Χρηματιστήριο είχαν κέρδη 11,8 δις ευρώ το 2009 (και ανάλογα τα δύο προηγούμενα χρόνια) και μόνη της η Εθνική Τράπεζα είχε καθαρά κέρδη 1,07 δις. Γίνεται, απλούστατα, γιατί το κράτος λεηλατείται ασύστολα, είτε νόμιμα (με τη χαμηλή φορολογία κεφαλαίου, τις off- shores κ.α.), είτε παράνομα με τη φοροδιαφυγή, το εθνικό σπορ της ελληνικής αστικής τάξης. Και αντί να θεραπεύσει το πρόβλημα στην πηγή του, αυξάνοντας τα δημόσια έσοδα από αυτούς που έχουν τα πάντα, η κυβέρνηση περιορίζει τους μισθούς και τις συντάξεις αυτών που δεν έχουν τίποτα!».

Τα δημοφιλή παραμύθια για την κρίση στο φως της πραγματικότητας, του Πέτρου Παπακωνσταντίνου.[12]

Φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο, επιβαρύνσεις για τον κόσμο της εργασίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνει ο εργαζόμενος στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με αποκορύφωμα τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που έχει εξαπολύσει η σημερινή κυβέρνηση. Είναι εξοργιστικό οι γκεμπελίσκοι των ΜΜΕ και της κυβέρνησης να ομιλούν περί δήθεν «μεγάλης φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα» και ότι γι’ αυτό «δεν έρχονται επενδυτές στη χώρα». Η αλήθεια είναι εντελώς ανάποδη:

«Στη διάρκεια της δεκαετίας 2000-2010 […] η Ελλάδα έχει μειώσει κατά 16 μονάδες τον συντελεστή φορολόγησης των εταιρειών ενώ κατά μέσο όρο στην Ε.Ε. έχουν μειωθεί 9,2 μονάδες».[13]

Αλλά, φαίνεται, πάντοτε υπάρχουν περιθώρια και για μεγαλύτερη γενναιοδωρία απέναντι στο κεφάλαιο. Από την ομιλία του Γιώργου Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη:

«Στο έργο της κυβέρνησης μέχρι σήμερα και στις διαρθρωτικές αλλαγές που προωθεί, αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός στην αποψινή ομιλία του στην 75η ΔΕΘ. Από τις εξαγγελίες του ξεχωρίζουν: η μείωση του συντελεστή φορολόγησης των αδιανέμητων κερδών στις επιχειρήσεις από το 24% στο 20%».[14]

Νέες μειώσεις φόρων λοιπόν για τις επιχειρήσεις εξαγγέλλει ο πρωθυπουργός τη στιγμή που στην τρέχουσα δεκαετία, η Ελλάδα, η Γαλλία, μαζί με την Αυστρία αποτελούν τα τρία κράτη μέλη με τη χαμηλότερη φορολόγηση κεφαλαίου, πολύ χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ε.Ε.. H Ελλάδα κατατάσσεται ως το κράτος μέλος της ΕΕ. με το χαμηλότερο συντελεστή φορολόγησης εισοδήματος από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και επιχειρηματικών εσόδων.

Η χαμηλή φορολόγηση του κεφαλαίου (που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα την κάνει ακόμα χαμηλότερη!) αποτυπώνεται σε όλες τις εκθέσεις:

«Η […] πτωτική τάση της πραγματικής φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρηματικών κερδών και των εισοδημάτων από κεφάλαιο, αποτυπώνεται και στη μελέτη της Eurostat . Πράγματι, ενώ το 2000 η προαναφερόμενη φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα ήταν 19,9% μειώθηκε σε 15,9% το 2006. Ειδικότερα για τις μεγάλες επιχειρήσεις η συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006 (τελευταίο έτος διαθέσιμων στοιχείων για την Ελλάδα). Κατά το ίδιο έτος (2006) ο αντίστοιχος συντελεστής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στην Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. […] η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε -25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25)».

Ετήσια Έκθεση 2009 : Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση, Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ.[15]

Στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, που πλήττει κατά τεκμήριο κυρίως τα φτωχότερα εισοδηματικά στρώματα, η Ελλάδα σημειώνει την μεγαλύτερη αύξηση στη δεκαετία 2000-2010 καθώς έχει αυξηθεί κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες. Υψηλότερο ΦΠΑ έχουν μόνο η Σουηδία και η Ουγγαρία:[16]

Τα «μαθηματικά του αυτονόητου» είναι τελικά απλά: τα έσοδα του δημοσίου καταρρέουν και δημιουργούνται «μαύρες τρύπες» στον κρατικό προϋπολογισμό,[17] ωστόσο νέες φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο εξαγγέλλονται. Η μαθηματική εξίσωση ωστόσο θα επιλυθεί. Οι μισθωτοί θα κληθούν να πληρώσουν νέους φόρους ενώ οι μισθοί τους θα περικόπτονται. Τόσο απλά, τόσο καθαρά!


ΠΑΣΟΚ και Επιμενίδειο παράδοξο

Η κυβέρνηση, και προσωπικά ο Γιώργος Παπανδρέου, υπόσχονται να πατάξουν «τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά στον κρατικό τομέα της οικονομίας».

Αυτή η «υπόσχεση» της κυβέρνησης θυμίζει το Επιμενίδειο παράδοξο. Το παράδοξο αυτό μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Κάποιος σας διαβεβαιώνει:

«Από εδώ και στο εξής ότι σας λέω θα είναι ψέματα».

Τον πιστεύετε;

Αν ότι λέει είναι ψέμα, τότε και η δήλωση του είναι επίσης ψέμα. Μήπως όμως λέει την αλήθεια ψευδόμενος;

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θέλει να κάνει το Επιμενίδειο παράδοξο ελαφρώς πιο περίπλοκο, αλλά και σε αυτό αποτυγχάνει:

«Μέχρι τώρα ότι σας λέγαμε ήταν ψέματα, αλλά από τη στιγμή που γίναμε κυβέρνηση λέμε μόνο αλήθειες».

Τους πιστεύετε;

Αν στο παράδοξο του Επιμενίδη τα πράγματα είναι περίπλοκα, στην περίπτωση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Το ΠΑΣΟΚ εξαπάτησε τους εξατομικευμένους ψηφοφόρους του πράττοντας μετεκλογικά τα εντελώς αντίθετα απ’ όσα διακήρυσσε στη διάρκεια της εκλογικής περιόδου. Να θυμηθούμε τα πριν και τα μετά:

Όσο για την πάταξη της διαφθοράς. Θα πατάξουν τη διαφθορά ποιοι;

Αυτοί που στο πέρασμα του χρόνου έχουν αποδειχθεί πρωταθλητές της διαφθοράς, υπόσχονται την καταπολέμηση της διαφθοράς. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον Τσουκάτο και τον Μαντέλη; [18] Να θυμηθούμε τον Άκη Τσοχατζόπουλο, που ανήκε μάλιστα στην… «αριστερή πτέρυγα» του ΠΑΣΟΚ, και τις σημερινές αποκαλύψεις για την αμύθητη περιουσία του;[19] Ότι οι υποθέσεις Siemens και Βατοπαιδίου καρκινοβατούν γιατί και τα δυο κόμματα εξουσίας είναι μπλεγμένα στα σκάνδαλα αυτά; Ο Μαντέλης αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους με απόφαση του Συμβουλίου Εφετών.[20] Είδες «πάταξη της διαφθοράς» το ΠΑΣΟΚ;

Ξανά το Επιμενίδειο παράδοξο:

«Μέχρι τώρα υποθάλπαμε τη διαφθορά, αλλά από εδώ και στο εξής θα την καταπολεμήσουμε».

Τους πιστεύεται;


…αλλά το μέλλον άδηλο…

Ο πρωθυπουργός μοιάζει να πιστεύει στο μέλλον της κυβέρνησης του. Ποντάρει στην αδυναμία να εκφραστεί με οργανωμένο τρόπο η αγανάκτηση που διαπερνά τον κόσμο της εργασίας. Στηρίζει επίσης την αισιοδοξία του στη βοήθεια που του προσφέρει αφειδώς το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο. Στην ομιλία του στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε:

«Και δεν είναι λίγοι ούτε οι έπαινοι, ούτε η αναγνώριση, ούτε η αποδοχή των προσπαθειών μας».

Πράγματι, στα πλαίσια της στήριξης των νεοφιλελεύθερων μισθοφόρων του ΠΑΣΟΚ, στις 3 Οκτωβρίου θα τιμηθεί ο Γιώργος Παπανδρέου με το γερμανικό βραβείο Quadriga. Χωρίς αμφιβολία, το σόου της βράβευσης σε κάποιους θα αρέσει, άλλους θα τους αποπροσανατολίσει. Ωστόσο η βράβευση κινδυνεύει να γίνει μπούμεραγκ για τον αρχηγό των νεοφιλελεύθερων μισθοφόρων. Το βραβείο αυτό το έχουν παραλάβει ουκ ολίγα νεοφιλελεύθερα γεράκια, αλλά και υπηρέτες του δυτικού ιμπεριαλισμού. Με το βραβείο αυτό έχουν τιμηθεί οι πρώην Καγκελάριοι Helmut Kohl και Gerhard Schröder (αυτός που κατεδάφισε το γερμανικό κράτος πρόνοιας με την Ατζέντα 2000 και από τότε τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών έχουν καταποντιστεί), ο αιματοβαμμένος σιωνιστής πρόεδρος του Ισραήλ Simon Peres, ο διεφθαρμένος εγκάθετος πρόεδρος του Αφγανιστάν Χαμίντ Καρζάι. Σε αυτήν την άθλια παρέα θα προστεθεί και ο Γιώργος Παπανδρέου…

Τα σόου αυτού του είδους δεν πρόκειται να ανατρέψουν την εικόνα αναξιοπιστίας της κυβέρνησης. Πολύ περισσότερο που οδεύει με μαθηματικό τρόπο στην αποτυχία όλων της των στόχων. Η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση πέρασε τα πιο σκληρά ταξικά μέτρα από τη μεταπολίτευση με σχεδόν μοναδικό επιχείρημα «τη διάσωση της χώρας από τη χρεοκοπία». Ο Γιώργος Παπανδρέου από το βήμα της 75ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης κόμπασε:

«Σώσαμε τη χώρα από τη χρεοκοπία».[21]

Και σε αυτό, απλώς ψεύδεται. Η κυβέρνησή του και σε αυτό το στόχο («τη διάσωση της χώρας») θα αποτύχει. Οι αγορές προεξοφλούν τη χρεοκοπία της Ελλάδας (έστω και αν αυτή θα γίνει με τον εύσχημο τρόπο της αναδιάρθρωσης του χρέους), διατηρώντας τα ελληνικά spread σε δυσθεώρητα ύψη.[22] Όταν οι αγορές «προβλέπουν», οι προβλέψεις λειτουργούν ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Αυτό που προεξοφλούν οι αγορές είναι σε θέση και να το επιβάλλουν όταν θα έλθει η ώρα.

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον, είναι εξ’ ορισμού άδηλο (η κρυστάλλινη σφαίρα του Νοστράδαμου έχει από καιρό χαθεί). Ένα είναι σίγουρο. Κυβερνήσεις που πήραν τόσο σκληρά ταξικά μέτρα, δεν είχαν και το καλύτερο τέλος: τον Δεκέμβριο του 2001, ο Φερνάντο ντε λα Ρούα εγκατέλειψε το προεδρικό μέγαρο της Αργεντινής με ελικόπτερο. Μέσα σε μία τετραετία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ουγγαρίας (που έκανε ότι πράττει σήμερα το ΠΑΣΟΚ) έχασε περισσότερους από τους μισούς ψηφοφόρους του κατρακυλώντας από το 43,2% στο ταπεινωτικό 19,3%.

Δεν γνωρίζουμε αν το κυβερνητικό μέλλον θα προσομοιάσει με της Αργεντινής, της Ουγγαρίας ή την εκλογική συρρίκνωση των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών επί σειρά ετών. Έτσι και αλλιώς το μοντέλο της κυβερνητικής εναλλαγής τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα είναι δεδομένο: ο ένας δακτυλοδεικτούμενος ως αποτυχημένος και διεφθαρμένος πρωθυπουργός διαδέχεται τον άλλον.

Ο κρίσιμος παράγοντας που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι η Αριστερά, το πώς αυτή θα παρέμβει στην ογκούμενη οικονομική κι κοινωνική κρίση. Και χωρίς να θέλουμε να γίνουμε Κασσάνδρες, τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν είναι αισιόδοξα. Η απομονωτική (απ’ όλη την υπόλοιπη Αριστερά) τακτική του ΚΚΕ αποδυναμώνει το κίνημα. Η αλλοπρόσαλλη πολιτική του ΣΥΝ κορυφώθηκε αυτές τις μέρες με την στήριξη της υποψηφιότητας του Αλέξη Μητρόπουλου. Η πολυδιάσπαση και οι συνεχείς παλινδρομήσεις της Αριστεράς έχουν σίγουρα πλήξει την αξιοπιστία των πολιτικών της δυνάμεων.

Σε μια περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης η Αριστερά έχει καταφέρει τα ποσοστά της στο εκλογικό σώμα είτε να παραμένουν στάσιμα είτε να συρρικνώνονται. Πράγμα που δεν προοιωνίζει τίποτα καλό για τους εργατικό κίνημα. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μεγάλες οικονομικές και πολιτικές κρίσεις δεν συνεπάγονται την αυτόματη στροφή του κόσμου προς τα αριστερά. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει όταν η Αριστερά είναι αποδυναμωμένη. Στην Ουγγαρία η συντριβή του Σοσιαλιστικού κόμματος σήμαινε την άνοδο ενός δεξιού κόμματος της λαϊκιστικής δεξιάς που υπόσχεται να μεταφέρει το μοντέλο Μπερλουσκόνι στην Ουγγαρία. Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η άνοδος του νεοφασιστικού Jobbik (16,7%) το οποίο διεξήγαγε μια απροκάλυπτα ρατσιστική προεκλογική εκστρατεία με στόχο τους Ρομά και τις άλλες μειονότητες.

Χρειαζόμαστε επειγόντως μια αντικαπιταλιστική Αριστερά που να οργανώνει αγώνες. Διαφορετικά…

Άγγελος Κ
Σημειώσεις


[1] http://archive.enet.gr/online/online_text/c=110,dt=21.04.2008,id=91834432[2] http://www.pasok.gr/portal/resource/contentObject/id/8f103a59-c2e3-491a-a182-d2fa0f7c72b7

[3] Στο ίδιο.

[4] Στο ίδιο.

[5] http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artId=4572655

[6] http://www.makthes.gr/news/politics/42627/

[7] http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231057768

[8] Στο ίδιο.

[9] http://www.pasok.gr/portal/resource/contentObject/id/8f103a59-c2e3-491a-a182-d2fa0f7c72b7

[10] http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4589082

[11] http://www.skai.gr/news/finance/article/146565/o-ose-anogeionei-elleimma–hreos/

[12] http://anti.pblogs.gr/2010/03/597002.html

[13] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=178056

[14] http://tvxs.gr/news/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/%CE%B4%CE%B5%CE%B8-2010-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B8%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%85%CF%82

[15] http://www.inegsee.gr/ereynes-meletes/ekthesh/Ethsia-Ekthesh-2009-H-ellhnikh-oikonomia-kai-h-apasxolhsh.html

[16] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=178056

[17] http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_11/09/2010__414632

[18] http://www.capital.gr/news.asp?Details=525687

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=472486

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2009-07-02&s=akrovatwntas

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=166331

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=334008&ct=6&dt=27/05/2010

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4592835

[19] http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11378&subid=2&pubid=15476949

http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=35919&catid=9

http://www.skai.gr/news/politics/article/145171/sfiggei-o-kloios-gia-ton-aki-tsohatzonoulo-/

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4578415

[20] http://www.inews.gr/89/symvoulio-efeton–eleftheros-ypo-orous-o-mantelis.htm

[21] http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231058786

[22] http://www.enet.gr/?i=news.el.oikonomia&id=199609

Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1932

Αναδημοσίευση από  ISKRA

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ

(ΜΙΑ ΑΚΡΩΣ ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ! ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΕΠΛΟΓΙΑΝΝΗ «ΤΟ ΞΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΛΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ, (2010))

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ


Είναι πολύ θετικό ότι η «ISKRA» πήρε την πρωτοβουλία να αναδημοσιεύσει το κεφάλαιο που αφορά τη χρεοκοπία της χώρας μας του 1932 από το εξαίρετο έργο του Νίκου Μπελογιάννη «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα».

Εκείνο που έχει ιδιαίτερη αξία σε αυτήν την αναδημοσίευση θεωρώ πως είναι η εξαιρετική επικαιρότητα, στις τραγικές συνθήκες που βιώνει αυτήν την περίοδο η χώρα μας, τόσο του συγκεκριμένου κεφαλαίου που αναδημοσιεύει η «ISKRA» αλλά και συνολικότερα του βιβλίου του Νίκου Μπελογιάννη, ο οποίος δεν ήταν μόνο μια από τις ηρωϊκότερες και μαρτυρικές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος, της πατρίδας μας αλλά και ένας σημαντικός επιστήμονας, θεωρητικός και βαθύς μελετητής των οικονομικο-κοινωνικών προβλημάτων.

Νομίζω ότι το βιβλίο αυτό είναι ιδιαίτερα επίκαιρο (τις περισσότερες φορές υπάρχει η αίσθηση ότι αναφέρεται σε σημερινές καταστάσεις) πέραν των πολλών άλλων, γιατί καταδεικνύει ότι το πρόβλημα του δημοσίου χρέους και ιιδιαίτερα του εξωτερικού, αποτελούσε μόνιμο και διαχρονικό βραχνά ιμπεριαλιστικής κηδεμόνευσης και καθήλωσης της χώρας, διαρκών ξένων επεμβάσεων και λεηλασίας του ελληνικού λαού! Γιατί, επίσης, προβάλλει σήμερα την ανάγκη για την Αριστερά και το λαϊκό κίνημα να αμφισβητήσουν και να μην αναγνωρίσουν το χρέος της χώρας ως χρέος του ελληνικού λαού, πράγμα που συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση για το σχεδιασμό μιας πολιτικής που θα δώσει ανάσα στον τόπο και διέξοδο από την κρίση με την εφαρμογή ενός νέου προοδευτικού και σοσιαλιστικού προγράμματος!

Σήμερα το δίλημμα για τη χώρα δεν είναι το κατεδαφιστικό «Μνημόνιο ή πτώχευση», αφού και τη λεηλασία του Μνημονίου έχουμε και η χώρα έχει ουσιαστικά χρεωκοπήσει. Το πραγματικό σημερινό δίλημμα για την Ελλάδα είναι: με τους πιστωτές και τα τοκοχρεολύσια ή με την επιβίωση της χώρας και το μέλλον του ελληνικού λαού;

Αυτό το δίλημμα νομίζω ότι αναδείκνυε για το 1932 ο Νίκος Μπελογιάννης και το ίδιο δίλημμα γίνεται πιό επίκαιρο στις μέρες μας!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΑΦΑΖΑΝΗΣ, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ

Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ*

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ


Α’. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΕΛΑΓΩΜΑ

Η περίοδος 1931-32 είναι αρκετά δραματική για το λαό και την Ελλάδα. Η κρίση από ‘να μέρος κι η πολιτική των φαυλοκρατικών κυβερνήσεων από τ΄ άλλο, ερήμωσαν πάλι τη χώρα. Τα καπνά κι η σταφίδα έμεναν απούλητα, μαζί με τις εξαγωγές πέφτουν κι οι εισαγωγές. Οι αγρότες πεινούν, οι εργάτες μένουν άνεργοι, όλοι οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε απόγνωση. Οι μόνοι που απολαμβάνουν μακάρια τη ζωή τους και αδιαφορούν για την τραγική αυτή κατάσταση είναι – εκτός από τους νεόπλουτους που δημιούργησε η κυβέρνηση Βενιζέλου – οι ξένοι και ντόπιοι ομολογιούχοι, που μέχρι το 1932 έπαιρναν στο ακέραιο το τοκοχρεολύσιο.

Με την αφαίμαξη όμως αυτή, ο προϋπολογισμός του 1931-1932 θα ‘κλεινε με 1 δις έλλειμμα. Σε έσοδα 8.200 εκατομμυρίων έπρεπε να πάρουν οι ομολογιούχοι 4.400, δηλαδή τα 54%, την προηγούμενη χρονιά είχαν πάρει τα 40%. Για να πληρωθούν τώρα σε χρυσό, δεν αρκούσε το κάλυμμα της τράπεζας και δημιουργόταν άμεσος κίνδυνος να μείνει ο λαός χωρίς ψωμί, γιατί το περισσότερο στάρι εκείνο τον καιρό ερχόταν απ΄έξω. Η πληρωμή, λοιπόν, του τοκοχρεολύσιου θα ΄ταν εγκληματική παραφροσύνη. Εντούτοις, το Σεπτέμβρη του ’31 η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσημα ότι τα τοκομερίδια των ομολογιούχων θα πληρωθούν στο ακέραιο και σε χρυσό. Και για να το πετύχει άρχισε να παίρνει μέτρα, που στρέφονταν κατά του λαού. Στις 8 του Οκτώβρη, γιορτή της Αγίας Πελαγίας, έγινε η δραχμοποίηση των καταθέσεων σε συνάλλαγμα, για να «προστατευθεί» το εθνικό νόμισμα και στην ουσία για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Με το μέτρο της δραχμοποίησης ληστεύτηκαν χιλιάδες κόσμου και κέρδισε η Εθνοτράπεζα εκατοντάδες εκατομμύρια, ενώ ο τορπιλισμός της δραχμής συνεχιζόταν στη μαύρη αγορά του συναλλάγματος με πρωταγωνιστές τον Μαρή κι άλλα πρωτοπαλίκαρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Εκείνον ακριβώς τον καιρό άρχισε να ξεσπάει απειλητική η λαϊκή αντίδραση. Το προλεταριάτο και οι υπάλληλοι παλεύουν ακούραστα μ΄ απεργίες για το ψωμί τους, οι επαγγελματίες κινητοποιούνται κι οι αγρότες κάνουν ομαδικές καθόδους στις πόλεις. Ο Βενιζέλος μυρίστηκε τον κίνδυνο και επιχείρησε να βγει από το αδιέξοδο. Το Γενάρη του ΄32 απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις και στο ΔΟΕ και παρακαλούσε να του δώσουν πεντάχρονη αναστολή στα χρεολύσια και 50 εκατομμύρια δολάρια για να συμπληρωθούν τα παραγωγικά έργα. Ο υπουργός των Εξωτερικών στην οικουμενική είχε χαρακτηρίσει το ΔΟΕ «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά ένας οργανισμός που κρατάει στα χέρια του τη ζωή ενός ολόκληρου λαού και οι πρωθυπουργοί πέφτουν στα πόδια του και τον παρακαλούν, δεν είναι καθόλου «απλούν τεχνικόν σώμα», αλλά υπέρτατος, κυρίαρχος και παντοδύναμος αφέντης της χώρας μας. Επίσης ο Βενιζέλος ζήτησε να ‘ρθει στην Ελλάδα κι αντιπρόσωπος της δημοσιονομικής επιτροπής της ΚΤΕ (σ.σ. Κοινωνία των Εθνών) για να κάνει «επιτόπιον έρευνα» και να διαπιστώσει σε πόσο κρίσιμη οικονομική κατάσταση βρισκόταν η χώρα. Στο τέλος τους έδινε την υπόσχεση ότι με το δάνειο που θα του ΄διναν, θα πλήρωνε και τους τόκους των εξωτερικών δανείων.

Οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παλεύοντας τότε κι αυτές να ξεπεράσουν την κρίση που έδερνε τη χώρα τους, δεν έδωσαν καμία σημασία στο διάβημα του Βενιζέλου. Μόνο η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ευαρεστήθηκε με τα πολλά να μας στείλει σαν αντιπρόσωπό της τον σέρ ‘Οτο Νιμάγερ για να κάνει έλεγχο στα οικονομικά της χώρας μας. Ο Νιμάγερ, πρώην υπουργός των Οικονομικών, ήταν τότε διευθυντής της Τράπεζας της Αγγλίας. Ήρθε στην Ελλάδα, έλεγξε τα έσοδα και τα έξοδα κι έφυγε κάνοντας μια έκθεση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, στην οποία σύσταινε να μας ελεήσουν μονάχα με μια χρονιάτικη αναστολή του χρεολύσιου και το αντίστοιχο πόσο να διατεθεί για τα παραγωγικά έργα μαζί μ΄ένα δάνειο από 10 εκατομμύρια δολάρια. Η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, που συνήρθε στο Παρίσι, χαρακτήρισε σαν επείγουσα την ανάγκη ενός δανείου για τα τοκοχρεολύσια, όμως μόλις και μετά βίας και με χίλιες δυο επιφυλάξεις και υποδείξεις αναγνώρισε ότι επιβάλλεται η προσωρινή ανακούφιση της Ελλάδας από τα εξωτερικά χρέη μ΄αναστολή των χρεολυσίων για ένα χρόνο! Αλλά επειδή πάνω στο τελευταίο αυτό ζήτημα η ελληνική κυβέρνηση είχε φέρει από την αρχή αντιρρήσεις, το συμβούλιο της ΚΤΕ κηρύχτηκε τελικά αναρμόδιο και μας παρέπεμψε να συνεννοηθούμε απευθείας με τους ομολογιούχους. Ο Μαρής, που βρισκόταν τότε στο Παρίσι για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της Ελλάδας, ομολόγησε αργότερα ότι τα μέλη της δημοσιονομικής επιτροπής προσπαθούσαν να βρουν κάποια προσωρινή λύση για να τη συνδυάσουν με έλεγχο πάνω στα οικονομικά μας, σαν να μην ήταν αρκετός ο ΔΟΕ.

Είχε όμως περάσει πια η εποχή του ’97. Η φάρα του Γκλίξμπουργκ ήταν τότε μακριά από την Ελλάδα. Στην πατρίδα μας είχε πια αναπτυχθεί ένα πολυάριθμο προλεταριάτο, αρκετά ώριμο πολιτικά, που συγκλόνιζε την περίοδο εκείνη με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις του το αστοτσιφλικάδικο οικοδόμημα. Το ΚΚΕ, ξεπερνώντας την κρίση του, πλούσιο πια σε πείρα και μονολιθικό ιδεολογικά, άρχιζε να αναδείχνεται αρχηγός των εργαζομένων της πόλης και του χωριού. Γι αυτό μια απόπειρα της κυβέρνησης για την επιβολή καινούργιου βαρύτερου ελέγχου ήταν όχι μόνο καταδικασμένη, αλλά θα απειλούσε ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα των αστοτσιφλικάδων.

Μπροστά σ΄αυτή την απελπιστική κατάσταση ξεκινάει ο ίδιος ο Βενιζέλος και πηγαίνει στη Γενεύη. Κάνει μια δραματική έκκληση στο συμβούλιο της ΚΤΕ, αλλ΄αυτό περιορίζεται μόνο να λάβει σε υπό σημείωσιν τη γνώμη της δημοσιονομικής επιτροπής και παραπέμπει πάλι την ελληνική κυβέρνηση στους ομολογιούχους. Για καινούργιο δάνειο ούτε συζήτηση δεν μπορούσε να γίνει. Εν τω μεταξύ η κατάσταση τραβάει όλο και στο χειρότερο. Στις 25 του Μάρτη γίνεται μια μεγάλη σύσκεψη υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας και με σκοπό να μελετηθεί η οικονομική κατάσταση και τα μέτρα που πρέπει να παρθούν. Ανάμεσα στους συσκεπτόμενους βρίσκονται πολλοί υπεύθυνοι για το κατάντημα του τόπου. Οι καταχρήσεις, η κερδοσκοπία και οι ρεμούλες γίνονται το πιο συνηθισμένο φαινόμενο. Η διαφθορά κι η ηθική εξαχρείωση της κυβερνητικής κλίκας φτάνει στο κατακόρυφο. Νόθεψαν ακόμα και το κινίνο, πράξη αρκετά χαρακτηριστική για τη σαπίλα που βασίλευε ανάμεσα στην παράταξη που κυβερνούσε τη χώρα.

Β’. Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ

Επόμενο ήταν κάτω απ΄αυτές τις συνθήκες να μεγαλώνει η απόγνωση κι η αγανάκτηση του λαού. Ο κόσμος άρχισε να κάνει γιουρούσι στους φούρνους. Οι πορείες πείνας πλήθαιναν καθημερινά. Ο Βενιζέλος έπρεπε να διαλέξει. Ή τα τοκομερίδια ή το ψωμί του λαού. Τελικά πήρε την απόφαση, αφού πρώτα ειδοποίησε το ΔΟΕ, ν΄αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και να πληρώσει τα τοκομερίδια σε δραχμές. Μα κι οι δραχμές δεν ήταν εύκολο να οικονομηθούν. Οι κρατικές εισπράξεις το 1929-30 έφτασαν τα 9.242 εκατομμύρια. Το 1932-33, παρόλες τις καινούργιες φορολογίες, θα ΄φταναν σε 7.779 εκατομμύρια. Με την υποτίμηση της δραχμής οι ομολογιούχοι θα ΄παιρναν κάπου 6.000 εκατομμύρια. Για να σώσει την «πίστη» της χώρας, η κυβέρνηση επέβαλε, κάτω από τόσο τραγικές συνθήκες, καινούργιες φορολογίες 740 εκατομμυρίων, χωρίς να σωθεί μ΄αυτά η κατάσταση.

Και τότε- 16.4.1932 – ο Μαρής έστειλε ένα γράμμα στο ΔΟΕ και του δήλωνε ότι η κυβέρνηση ήταν αναγκασμένη να κηρύξει από την 1η του Μάη προσωρινό χρεοστάσιο και για τους τόκους. Έτσι, ήρθε η καινούργια χρεοκοπία. Η κυβέρνηση, όμως, που δεν μπορούσε να ανεχτεί το στίγμα, έδωσε εντολή στους αντιπροσώπους της στο Λονδίνο και το Παρίσι να ‘ρθουν σ΄επαφή με τους ομολογιούχους για να ρυθμίσουν το ζήτημα. Ο Μιχαλακόπουλος, υπουργός των Εξωτερικών, δήλωσε στη δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ ότι θα δεχόταν πρόθυμα να ‘ρθουν «αμερόληπτοι» διαιτητές και να ελέγξουν ίσαμε ποιό βαθμό μπορούμε να πληρώσουμε τα τοκομερίδια, «αφού προαφαιρεθούν τα απαιτούμενα για το primum vivere του ελληνικού λαού». Την ίδια θέση έπαιρνε κι ο Παπαναστασίου. Όλοι ήταν πρόθυμοι να καταδικάσουν το λαό να ζει μ΄ένα ξεροκόμματο, για να πληρωθούν οι ομολογιούχοι. Αυτοί όμως ήταν ανένδοτοι και τα ζητούσαν όλα ή τίποτε.

Αυτή την εποχή, ο Μαρής υποχρεώθηκε να φύγει από το υπουργείο των Οικονομικών σχεδόν με τη βία. (Είχε μπει μέσα, καθώς λένε, ξυπόλυτος και βγήκε με καντάρια χρυσάφι). Η Εθνοτράπεζα στις κρίσιμες εκείνες για τα συμφέροντά της στιγμές έβαλε απόλυτα δικό της υπουργό, τον Βαρβαρέσο, που προκαλεί αμέσως την άρση της σταθεροποίησης, σχεδόν τυπική γιατί την είχε από καιρό προκαλέσει η μαύρη αγορά του συναλλάγματος. Έτσι, επιβάλλεται πάλι η αναγκαστική κυκλοφορία. Στην έκθεσή του πάνω στον προϋπολογισμό του 1932-33, ο Βαρβαρέσος θέλησε να δικαιολογήσει τη χρεοκοπία. Τα ελλείμματα, είπε, δεν μπορούμε πια να τ΄αποφύγουμε με φορολογίες. Με περικοπές των εξόδων – σε βάρος κυρίως των μισθωτών – μόνο 480 εκατομμύρια οικονομήσαμε. Γι΄αυτό είναι αναπόφευκτο να καταφύγουμε στην ελάττωση των ποσών που διαθέτουμε για την υπηρεσία του δημόσιου χρέους, επειδή μας απορροφούν τα 55% του προϋπολογισμού και μάλιστα σε συνάλλαγμα. Γι΄ αυτό η κυβέρνηση βρέθηκε «εις την αναπόδραστον ανάγκην» να δώσει την άδεια στον υπουργό των Οικονομικών να αναστείλει τα χρεολύσια των εξωτερικών δανείων και τον τόκο «εν όλω ή εν μέρει». Σκόπευαν οπωσδήποτε να πληρώσουν ένα μέρος από τους τόκους. Στον προϋπολογισμό όμως δεν έγραφαν ακριβώς το ποσό, ελπίζοντας να το μεγαλώσουν οπωσδήποτε με τους φόρους. Έτσι αύξησαν κατά 25% τη φορολογία στα εισαγόμενα εμπορεύματα κι ενώ η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από τραγική, οι Έλληνες πολιτικοί βρίσκονταν σ΄αδιάκοπη κίνηση και συγκίνηση και τους απασχολούσε αποκλειστικά το ζήτημα της πληρωμής των ομολογιούχων. Παντού είχαν φουντώσει οι σχετικές συζητήσεις. Ο Μιχαλακόπουλος, ο Παπαναστασίου κι ο Καφαντάρης υποστήριζαν να τους πληρώσουμε με τα καπνά μας. Οικονομολόγοι, πολιτικάντες, τραπεζίτες, όλοι έγραφαν και υπόδειχναν κάποιον τρόπο πληρωμής και κανένας δεν υποστήριξε να μην πληρώσουμε τίποτα.

Η οικονομική κρίση άρχισε να εξελίσσεται και σε πολιτική και οικονομική χρεοκοπία, να μεταβάλλεται σε γενική χρεοκοπία του αστοτσιφλικάδικου κόσμου. Ο Βενιζέλος, αντιμετωπίζοντας την πολιτική του χρεοκοπία και τη λαϊκή κατακραυγή, επιχείρησε μια πολιτική μανούβρα. Παραιτήθηκε κι ανέβηκε πρωθυπουργός ο Παπαναστασίου. Σε τέτοιες όμως στιγμές κι η δημαγωγία μπορεί να καταντήσει επικίνδυνη για την κυρίαρχη τάξη. Γι αυτό κι ο αρχηγός των Εργατοαγροτικών διώχτηκε μέσα σε μια βδομάδα κι ανέβηκε πάλι στην κυβέρνηση ο Βενιζέλος, με υπουργό των Οικονομικών τον Βαρβαρέσο. Στις 10 Αυγούστου ψηφίστηκε ο νόμος της δραχμοποίησης. Η άρση της σταθεροποίησης κι η δραχμοποίηση έδιναν το δικαίωμα στις τράπεζες να ληστέψουν άλλη μια φορά τον κόσμο. Η Κτηματική Τράπεζα-θυγατέρα του Χάμπρο και της Εθνικής – έκανε τους μικροϊδιοκτήτες να βρεθούν από τη μια μέρα στην άλλη με διπλάσιο περίπου χρέος.

Γ’. ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΕΙΣ

Συγχρόνως άρχισαν πάλι, οι συνεννοήσεις με τους ξένους ομολογιούχους. Ο Βαρβαρέσος έφυγε για την Ευρώπη κι υστέρα από μακριές διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν το Σεπτέμβρη του 1932 να πληρω­θούν 30% των τόκων για το 1932-33, κι αν βελτιωνόταν αργότερα ή κατάσταση, να πάρουν 35%. Από το Δεκέμβρη όμως του ίδιου χρό­νου, η τότε κυβέρνηση άρχισε να παρακαλεί με υπόμνημα της τους ξένους να μην κρατήσουν το παραπάνω ποσοστό, γιατί ή κατάσταση είχε επιδεινωθεί. Οι ομολογιούχοι έκαναν πώς υποχωρούν, αλλά ο ΔΟΕ, βάσει της συμφωνίας, είχε κατακρατήσει σε δραχμές -από τις υπέγγυες προσόδους– ολόκληρο το 35% και αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα τη διαφορά του 5% ! Επίσης, ο ΔΟΕ υπολόγισε το πο­σοστό σε χρυσές κι όχι σε χάρτινες λίρες, κερδίζοντας έτσι σημαν­τική διαφορά σε βάρος της Ελλάδας. Η κυβέρνηση κατάφυγε σε διαιτητή, αλλά η απόφαση του δεν βγήκε ακόμα. Κοντά σ’ αυτά, ή εγγλέζικη κυβέρνηση μας υποχρέωσε να υπογράψουμε μια συμφω­νία με το αγγλικό θησαυροφυλάκιο, σύμφωνα με την οποία αναλαβαίναμε να πληρώσουμε 3.767.548 φράγκα, πού το μοιράστηκαν ή Αγγλία κι ή Γαλλία σαν αποζημίωση για τα ποσά πού είχαν ξοδέ­ψει όταν εγγυήθηκαν το δάνειο του 1898. Τότε ακριβώς κι οι ομο­λογιούχοι μετάνιωσαν πού δέχτηκαν το 30% και δεν τα ‘παιρναν ζη­τώντας περισσότερα. Και ξαναρχίζουν πάλι συνεννοήσεις ατελείω­τες και καταθλιπτικές για τη χώρα. Όλοι σχεδόν οι αστοί οικονο­μολόγοι προσπαθούν να πείσουν τον κόσμο ότι μια ανοιχτή χρεοκο­πία θα κατάστρεφε την πίστη και τα οικονομικά της Ελλάδας. Όχι όμως μία αλλά εκατό φορές να λέγαμε στους ομολογιούχους ότι δεν έχουμε να τους πληρώσουμε, πάλι δεν θα παθαίναμε την οικονομική, εθνική και ηθική ζημιά πού πάθαμε με τις ατέλειωτες κι εξευτε­λιστικές για την αξιοπρέπεια της χώρας μας συζητήσεις.

Εν τω μεταξύ, το Σεπτέμβρη του 1932 έγιναν εκλογές και στις 4 Νοέμβρη ανάλαβε πρωθυπουργός ο Τσαλδάρης, με υφυπουργό των Οικονομικών τον Μ. Ευλάμπιο. Το Δεκέμβρη έγινε υπουργός των Οικονομικών ο Κ. Αγγελόπουλος. Η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση δεν είχε βελτιωθεί καθόλου. Η κερδοσκοπία οργίαζε κι ο τιμάριθμος από 15 πού ήταν το 1931 ανέβηκε στα 20 το ’32. Αυτή, λοιπόν, την περίοδο ο Αγγελόπουλος αποτέλεσε μια μεγάλη εξαίρεση, ανάμεσα στους φαυλοκράτες πολιτικούς. Και παλιά τα είχε βάλει, με το ΔΟΕ και στην Κτηματική Τράπεζα κήρυξε τον πόλεμο κι αργότερα στην τεταρτοαυγουστιανή δικτατορία ήταν ο πρώτος αστός πολιτικός που εξορίστηκε από τον Μεταξά. Μόλις ανάλαβε το υπουρ­γείο δήλωσε αμέσως ορθά-κοφτά και μ’ επιμονή ότι δεν πρέπει να πληρώσουμε όχι 30% αλλά ούτε πεντάρα στους ξένους και ντόπιους ομολογιούχους. Σε λίγες μέρες ο Αγγελόπουλος διώχτηκε από το υ­πουργείο, ασφαλώς με την επέμβαση «εξωελληνικών» παραγόντων.

Τον αντικατέστησε ο τραπεζίτης Σπύρος Λοβέρδος και στις ε­φτά μέρες πού ‘κανε υπουργός, πρόλαβε να πληρώσει αμέσως το 30% στους ομολογιούχους και να μαδήσει τη χώρα από το αναιμικό της συναλλαγματικό απόθεμα. Στις 16 του Γενάρη έπεσε ο Τσαλ­δάρης κι ήρθε ο Βενιζέλος με υπουργό των Οικονομικών τον Καφαντάρη. Ο αρχηγός όμως των Προοδευτικών δεν πρόλαβε να εξ­αγγείλει το καινούργιο πρόγραμμα του, γιατί στις εκλογές της 5ης του Μάρτη ξαναπήρε την εξουσία ο Τσαλδάρης, με υπουργό των Οικονομικών τον Λοβέρδο. Οι Λαϊκοί μόλις ανέβηκαν στην κυβέρ­νηση κάλεσαν τους ομολογιούχους να κάνουν αυτοψία στη χώρα μας για να αντιληφθούν την οικονομική της κατάσταση. Αυτοί όμως υπόδειξαν σαν αρμόδια την ΚΤΕ και η κυβέρνηση άρχισε τότε να παρακαλεί την Κοινωνία των Εθνών να ‘ρθει μια δημοσιονομική επιτροπή. Τότε ο Καφαντάρης σε μια αγόρευση του για τον προϋ­πολογισμό του ’33-’34 επιτέθηκε στην κυβέρνηση για την πρόσκλη­ση δημοσιονομικής επιτροπής κι εξήγησε ότι την επέμβαση της ΚΤΕ δεν την ήθελε όχι από έλλειψη ευλάβειας στο θεσμό, αλλά γιατί «εξ επισήμων ανακοινώσεων και άλλων σχετικών στοιχείων είχε πεισθεί ότι ή ΚΤΕ δεν επείχε θέσιν τρίτου εις την υπόθεσιν των χρεών, άλλ’ είχαν άμεσον και απροκάλυπτον είς αυτήν ενδιαφέρον στρεφόμενον υπέρ των ομολογιούχων». Πρότεινε δε να ‘ρθει ή κυ­βέρνηση σε απευθείας συνεννόηση με τους ομολογιούχους και να τους πληρώσουμε με τα προϊόντα μας.

Τελικά, ή επιτροπή της ΚΤΕ ήρθε το Μάη και μετά τις έρευνές της έκανε σχετική έκθεση, στην όποια λέει ότι για να πληρώσει ή Ελλάδα πρέπει ν’ αναπτύξει τις εξαγωγές και τα εμβάσματα και να ελαττώσει τις εισαγωγές της! Τον Ιούνη του 1933 συνήλθε στο Λον­δίνο η δημοσιονομική επιτροπή για να εξετάσει την έκθεση και ν’ ακούσει τον Λοβέρδο και τον Μάξιμο πού είχαν πάει κι αυτοί στο Λονδίνο για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα της Ελλάδας και να πετύχουν μια συνεννόηση με τους ομολογιούχους. Αυτοί όμως αρνή­θηκαν να συζητήσουν με τους Έλληνες αντιπροσώπους, ζητώντας 271/2% για το 1933-34 και 371/2% για τον άλλο χρόνο, ενώ η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε 221/2% και 271/2% (η διαφορά ήταν 600 εκα­τομμύρια δραχμές). Η πρόταση να λύσει τη διαφορά ένας διαιτη­τής, απορρίφτηκε χωρίς συζήτηση και περιφρονητικά από τους ομολογιούχους. Τότε οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν και πάλι.

Στον Λοβέρδο και τον Μάξιμο η δημοσιονομική επιτροπή «σύ­στησε» να βάλουν καινούργιους φόρους για να πληρώσουν τους ξέ­νους. Οι δυο υπουργοί αποχαιρέτησαν την επιτροπή με την υπόσχεση ότι θα εξασφαλίσουν τους τόκους των ομολογιούχων και μάλιστα ανάφεραν στην επιτροπή τι είδους και πόσους φόρους θα βάλουν στο λαό, για να το πετύχουν. Κι έτσι γύρισαν πίσω στην Ελλάδα αποφασισμένοι να εξευμενίσουν με κάθε μέσο τους κατόχους ομολο­γιών και τέτοιοι κάτοχοι -εν παρενθέσει- ήταν κι ο Λοβέρδος κι ο Μάξιμος.

«Ίσως επί του σημείου τούτου η στάσις της Ελλάδος θα έπρε­πε να ήτο περισσότερον αποφασιστική…», γράφει ο Άγγελος Αγ­γελόπουλος, γιατί τον ίδιο καιρό οι Τούρκοι κι οι Γερμανοί αρνή­θηκαν κάθε πληρωμή και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν διαμαρ­τυρήθηκαν καθόλου.

Δ’. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η καινούργια επαφή έγινε το Σεπτέμβρη του ’33 κι οι διαπραγμα­τεύσεις τράβηξαν πολύ καιρό. Αύτη ήταν ή κλασική τους μέθοδος. Κερδοσκοπούσαν στην αγορά μ’ αυτό τον τρόπο και συγχρόνως μας εκβιάζανε τελικά να υποχωρήσουμε, γιατί αυτή ή εκκρεμότητα των συνεννοήσεων νέκρωνε την οικονομική ζωή της χώρας. Έτσι επαναλαμβάνεται η ιστορία του ’97. Πάλι η πατρίδα μας βρίσκεται σε αγωνία περιμένοντας την απόφαση των εκμεταλλευτών της. Τότε η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ, για να επηρεάσει τις συζητή­σεις προς όφελος των ομολογιούχων και να εκβιάσει έτσι τη λύση δίνοντας ένα γερό όπλο στους τοκογλύφους και μια εύκολη δικαιο­λογία στον Λοβέρδο, δημοσίεψε μια έκθεση, με την οποία διαπιστώνει βελτίωση στη δημοσιονομική κατάσταση της Ελλάδας. Με παρόμοιες πιέσεις, εκβιασμούς και παρασκηνιακές ενέργειες υπο­γράφτηκε, τέλος, το Νοέμβρη, μια συμφωνία για δυο χρόνια. Τα χρεολύσια αναστέλλονταν για δυο χρόνια κι από τους τόκους θα πλη­ρώναμε 271/2% το 1933-34 και 33% το 1934-35. 0ι τόκοι μόνο του δα­νείου του 1898 θα πληρώνονταν στο ακέραιο. Η πληρωμή θα γινόταν με συνάλλαγμα του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης κι η ελληνική κυβέρνηση θα ‘γραφε στον προϋπολογισμό της το σύνολο των τόκων, που θα το ξαναδανειζόταν τάχα από το ΔΟΕ, καταθέτοντας του ίσο ποσό άτοκα γραμμάτια σε δραχμές. Ο Λοβέρδος, για να συγκεν­τρώσει το ποσοστό πού συμφώνησε, έβαλε σ’ ενέργεια δεκάδες και­νούργια φορολογικά νομοσχέδια, όλα σε βάρος του λαού, ενώ ο ίδιος, όπως ξεσκεπάστηκε τότε στις εφημερίδες, είχε επιχειρήσει να δια­φύγει με διάφορους αθέμιτους τρόπους τη φορολογία.

Η συμφωνία πρόβλεπε καινούργιες διαπραγματεύσεις στις αρ­χές του 1935 για τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό και το Φλεβάρη πήγε στο Λονδίνο ο Πεσμαζόγλου, καινούργιο οικονομολογικό αστέρι της πλουτοκρατικής κλίκας. Πρόεδρος τότε του συμβουλίου των ομολογιούχων ήταν ο σερ ΄Οστεν Τσάμπερλεν, αδερφός του κατόπιν πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλεν. Η πολιτική των δυο αδελφών είναι μια ατέλειωτη αλυσίδα από εξευτελισμούς και προδοσίες μικρών και μεγάλων λαών. Στο πρόσωπο τους, το εγγλέζικο χρη­ματιστικό κεφάλαιο είχε αποκτήσει τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του για μια ολόκληρη εποχή. Μόλις άρχισαν οι συν­ομιλίες, οι ομολογιούχοι ζήτησαν 50%. Ο Πεσμαζόγλου πρόσφερε 35%. Αυτοί, αρνήθηκαν κι έτσι οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν. Η ελληνική κυβέρνηση -κάτω από τη λαϊκή πίεση- δήλωσε τότε στους ομολογιούχους ότι θα τους πλήρωνε τα τοκομερίδια τους πού έληγαν την 1η του Απρίλη, με ποσοστό 35%. Ο ΔΟΕ διαμαρτυρή­θηκε αμέσως γιατί έτσι ή κυβέρνηση παραβίαζε το νόμο του 1898 και, καθώς τις είχε στο χέρι, κατακράτησε όλες τις υπέγγυες προσ­όδους υπολογίζοντας τόκους και χρεολύσια για όλα τα δάνεια πού ήταν κάτω από τον έλεγχο του. Συγχρόνως με τη διαμαρτυρία και το πραξικόπημα του ΔΟΕ, άρχισαν αλλεπάλληλα διπλωματικά δια­βήματα από τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις, ενώ το συμβούλιο των ομολογιούχων στο Λονδίνο λυσσασμένο σύσταινε στα μέλη του να μη δεχτούν να εισπράξουν το 35%. Έπεσαν όλοι πάνω στη φτωχή μας χώρα να την πνίξουν. Παρ΄ όλα αυτά, όμως, το 52% των ομολογιούχων έτρεξαν να εισπράξουν το 35% και για τα υπόλοιπα έχει ο θεός. Και πράγματι ο θεός των τοκογλύφων, ενσαρκωμένος στο πρόσωπο του Γκλίξμπουργκ, τους βοήθησε.

Ε. ΈΡΧΕΤΑΙ Ο ΓΚΛΙΞΜΠΟΥΡΓΚ

Σ΄όλο αυτό το διάστημα, άλλες κύριες ασχολίες του Λαϊκού Κόμματος ήταν οι επιστημονικές καλπονοθεύσεις και η συστηματική ρουσφετολογία. Πάνω στο δημόσιο ταμείο είχαν ριχτεί μ΄άγριες διαθέσεις οι φίλοι του κόμματος, που τόσα χρόνια είχαν μείνει μακριά από την εξουσία. Ο Τσαλδάρης, περισσότερο κατάλληλος για δικολάβος παρά για αρχηγός κόμματος, ξόδευε όλη την, όχι και τόσο πληθωρική, ζωτικότητά του σε επιφυλάξεις, σοφίσματα και σε διάφορου συνδυασμούς που σοφιζόταν για ν’ αντιμετωπίσει, την αντιπολίτευση και τις γκρίνιες των φίλων του πού τρώγονταν σαν τα σκυλιά.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα δύο αστοτσιφλκικάδικα μπλοκ οξύνονται και παίρνουν τη μορφή ανοιχτής ένοπλης σύγκρουσης το Μάρτη του ’35. Το «αντιβενιζελικό» κράτος – εφεύρεση του Μεταξά – παρόλη την τρομοκρατία που ξαπόλυσε όταν επιβλήθηκε, δεν κατάφερε να πνίξει το λαϊκό κίνημα. Οι εκλογές του Ιούνη του ’35 φανερώνουν ότι οι λαϊκές μάζες αρχίζουν να χειραφετούνται πια από την επιρροή των πλουτοκρατικών κομμάτων και να προσανατολίζονται προς τ΄αριστερά. Η κατάσταση αυτή αρχίζει να καταντάει αρκετά επικίνδυνη για την ντόπια πλουτοκρατία και πολύ επιζήμια για τους ξένους κεφαλαιούχους, που θα επιθυμούσαν να ασχολιέται ο ελληνικός λαός με τα «ειρηνικά» του έργα και να μην καταγίνεται τόσο πολύ στην πολιτική. Και τότε όλοι οι αντιδραστικοί πλουτοκρατικοί κύκλοι του εσωτερικού και του εξωτερικού, με πρώτη την Εθνοτράπεζα, με τις συμβουλές και την έγκριση του Βενιζέλου, με την ανοχή των ψευτοδημοκρατικών κομμάτων και με τις ευλογίες και τα χειροκροτήματα των ομολογιούχων, άρχισαν να κηρύχνουν την πολιτική της «συμφιλίωσης». Όργανο για την πραγματοποίησή της θα ΄ταν ο δεύτερος Γεώργιος Γκλίξμπουργκ, που τον τάιζε δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο Χάμπρο. Φτάνει να ‘ρχόταν ο βασιλιάς για να αγαπηθούν βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί και να ζήσει ο λαός ευτυχισμένος.

Επειδή, όμως, ο λαός με μια μεγαλειώδη συγκέντρωση των αντιφασιστικών δημοκρατικών του δυνάμεων έδειξε την ακλόνητη διάθεσή του να υπερασπίσει τις δημοκρατικές του ελευθερίες, ανάλαβε να κανονίσει τα περαιτέρω αυτοχειροτονηθείς σε αντιβασιλιά Γ. Κονδύλης, με το διαβόητο δημοψήφισμα που οργάνωσε το Νοέμβρη του ’35.

Κι έτσι η Ελλάδα απόχτησε πάλι βασιλιά και σε λίγο και «εθνικό» κυβερνήτη, οι ομολογιούχοι εξασφάλισαν, όπως θα δούμε, το ποσοστό που ζητούσαν και τον ελληνικό λαό ανάλαβε να τον επαναφέρει στα ειρηνικά του έργα ο Μανιαδάκης.

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη «Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» από τις εκδόσεις «ΑΓΡΑ» (2010)

// <![CDATA[//